Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
offroader

Προορισμοί

  • Συνεργάτες και φίλοι του offroader μοιράζονται μαζί μας εμπειρίες από τα ταξίδια τους. Απολαύστε διαδρομές και πάρτε ιδέες...
  • 1

Μεγάλη Παρασκευή στον Ταΰγετο

-

    Το τήρησα και φέτος το τάμα!  Γιατί το κάνω αυτό κάθε Μεγάλη Παρασκευή;

  Εχει να κάνει με τη ζωή;  Εχει να κάνει με τον θάνατο;  Γιατί παίρνω τους δρόμους τούτη τη μέρα;  Και πόση η λύπη αν δεν τα καταφέρω!  Θέλω το συναπάντημα με το κόσμο που προετοιμάζεται για τη ζωή και την ανάσταση; ... και σκιάζεται τον θάνατο;  Θέλω μοναχά να σκίζω τον αγέρα με τη μηχανή;  Τι απόλα;

    Η ημέρα είναι μεγάλη.  Η φύση φοράει τα καλά της, εκτοξεύει την ομορφιά της στην ελπίδα.  Τα παρτέρια αστράφτουν ασβεστωμένα, υπάρχει μια σπουδή, μια προσμονή.  Οι άνθρωποι αγκαλιάζονται, ξανανταμώνουν.  Οι μέλισσες ζωγραφίζουν τον αιώνιο κόπο.  Ολα εκκωφαντούν! όλα διαστέλλονται, όλα ερωτοτροπούν με το αιώνιο: άσε μας ρε θάνατε, κάνε πέρα να διαβούμε, να ανοίξουμε το γκάζι να χαθούμε ... στην αχλή του δρόμου...

    Χαράματα στο δρόμο λοιπόν με τα κουλουράκια να με περιμένουν δεμένα με μια καφέ σκούρα (πένθιμη;) κορδελίτσα στον αυλόγυρο του χωριού απέναντι από την Ακροκόρινθο.  Λίγο πιο πέρα, το αίμα της παπαρούνας! τόσο αίμα ανθηρό δεν έχω ματαδεί...  Ηταν σχεδόν αξημέρωτα όταν κατηφόριζα σιγά σιγά με το πρωινό αγιάζι προς τον αγέρωχο γίγαντα, τον Ταύγετο. Ταίναρο - Πρέσπες είναι ο στόχος, μπορεί και να μη προλάβω να το κάνω, όμως στήνω τον καμβά, ενώνω τις τελίτσες στον χάρτη.

    Μισοχιόνιστο το βουνό αγνάντευε με κατανόηση το κόσμο, κάτω του. Τον είδα και μείδε, έρχομαι πάνω σου τούπα.  Απάντηση μηδέν.  Ισως να διέκρινα και λίγη αμφιβολία -σαν μη του γέμιζα το μάτι- αν θα τα καταφέρω...

    Τα χωριά στέκονται άτολμα, ξεκουράζονται στη σκιά του, τον κοιτούν ανεκπλήρωτα, χουχουλιασμένα μέσα στη ζούγκλα πού έχουν φτιάξει γύρω του γύρω του.

    Ειδικά αυτή την εποχή η γη είναι φουσκωμένη, ανταριασμένη, έτοιμη να σκάσει από έρωτα.  Οι ετοιμασίες γοργές για την ανάστασή της.  Σε μια ανύποπτη στιγμή δεν ακουγόταν τίποτα: μόνο οι μακρινοί ύμνοι από τις εκκλησιές και ο βόμβος από τις μέλισσες που σιγοντάριζαν.  Στο βάθος η θάλασσα του Ταίναρου.  Μετά από λίγο σε μια στροφή, το απαλό ταγέρι ξεκόλλησε απαλά από το λιπόσαρκο δεντρί χιλιάδες ανθάκια που έραιναν το πέρασμά μου !

    Στο επόμενο χωριό οι κυράδες στόλιζαν με ευλάβεια τον επιτάφιο.  Δεν τόχα ξαναζήσει.

    Η μέρα κύλαγε σιγά σιγά, ανέβαινα, κατέβαινα, παλίδρομα, σαυτό το συνεχές γαιτανάκι.  Επαιζα το παιχνιδάκι της βροχής κι εκείνη το δικό μου.  Ολα γιορτάζουν ή πενθούν;  Που και που τσίμπαγα και κάνα κουλουράκι, τι να προλάβω; Που να σταθώ; Τι ναγαπήσω... μέσα σαυτή τη διακοπτόμενη γραμμή;  Που να στραφώ;  Τι να κεντήσω στον καμβά;

    Και το βουνό;  Το βουνό να με αγναντεύει με τα χαμογελαστά του χιόνια, εγώ όμως το φοβόμουν.  Κάποια στιγμή του ξέφυγα, χώθηκα στο φαράγγι, χάθηκα μέσα στα νερά που πετάριζαν ανάμεσα στα βράχια!  Η βροχή να με ραίνει, να γλυστράω, να μαζεύω.  Τι να προλάβω να αποθανατίσω;  Είχα και τη κούραση, με τρεισήμισι ώρες ύπνο γινόταν όλα αυτό.  Ξανανεβαίνω το φαράγγι απτανάποδα, δεν του φτάνουν μια και δυό του φαραγγιού, θέλει πολλές.  Θέλει να γυρίσεις τις πέτρες ανάποδα, να το στοχαστείς.  Εφευγε η ματιά γι αλλού, έχανε το δρόμο, και το αγαπημένο μου μοτόρι δεν ήξερε τι να κάνει γι αυτό.

    Ταύγετε θα σε κατακτήσω, θες δε θες.  Επιασα πάλι τις ερημιές.  Ο Ταύγετος είναι μόνος του, όχι όμως εντελώς.  Ξάφνου μπροστά μου άρχισε να τρέχει ένα αγριογούρουνο αλαφιασμένο.  Κόβω λίγο, λες να γυρίσει απτά ανάποδα και να μου ζητήσει το λόγο;  Ρίγησα, το άφησα να το θαυμάζω.

    Στο μεταξύ όλα συνέχιζαν κανονικά, απρόσκοπτα.  Το παιχνίδι με τη βροχή, το φως να παραδίδει σιγά σιγά, οι λειτουργίες στις εκκλησιές να ακούγονται σαν ψίθυροι, τα μοναστήρια να ησυχάζουν, οι καμπάνες να ριγούν.

    Στ' αριστερά έχω τώρα το καταφύγιο του βουνού, πάω να το προσπεράσω και μετανιώνω.  Θα το πατήσω κι ότι θέλει ας γίνει.  Από κει ξεκινάει η κατάκτηση της κορυφής, ανήμερα του Αη Λια για να δεις τη τριγωνική σκιά του βουνού στον ουρανό, με το ξημέρωμα.  Το μηχανάκι μου φεύγει, το χάνω, το βρίσκω.  Αξιος μαχητής, τη τιθασεύει γενναία τη κροκάλα.  Το χιόνι κάνω έτσι και το πιάνω.

    Ο Ταύγετος σε κάθε στροφή δεν ξεχνάει να μου δείχνει το μπόι του και την αρματωσιά του αλλά με κείνο το βλέμμα του αγαθού γέροντα, λες κι αγνοεί τη δύναμή του.  Πόσες φορές να τον φωτογραφήσω;  Τον κοιτάω σαν προσευχή, σαν κάτι να θέλει να μου πει, με κείνη τη σιωπή που λέει πολλά.  Δεν κάνεις καλά μου λέει, κάτω πρέπει νάσαι σήμερα, στον θρήνο.  Ασε με μένα, μπορώ και μόνος μου και τόχω αποδείξει.  Κι εγώ, του λέω, μπορώ κι εγώ μόνος μου, το έχω αποδείξει κι εγώ.  Βλέπεις να σέχω ανάγκη; συνεχίζει, μα εγώ εκεί να τον συντροφεύω, να του μιλάω σε κάθε στροφή να τον συμβουλεύομαι.  Κρύβουν σοφία τα βουνά, αλλιώς δεν θα θέλαμε να τα κατακτήσουμε.

    Βροντάω στις πέτρες, γλιστράω στη φρέσκια λασπουριά, μα εγώ εκεί, μέχρι να αγκαλιάσω τον Μυστρά.  Είναι το φετινό το τάμα που μοιάζει πότε να το χάνω και πότε νάρχεται πάλι πίσω.  Μούχει τελειώσει κι ο χρόνος στο τηλέφωνο, το gps πότε θέλει πότε δεν θέλει.  Αν συμβεί κάτι έχω τελειώσει.  Ομως δεν τα παρατώ.  Σκέπτομαι το αγριογούρουνο, ριγώ και τρέχω πιο πολύ.  Στις διασταυρώσεις διαλέγω τον δρόμο από ένστικτο.

    Κοιτώντας τον ουρανό κάτι μου λέει ότι πάω καλιά μου.  Κλείνω δωδεκάωρο με την αγαπημένη μου αναρριχήτρια που δεν καταλαβαίνει Χριστό (συγνώμη!) και ορμάει στα όλα.  Το παίρνω το μήνυμα και αμολάω το γκάζι, έτσι κι αλλιώς το φως που φεύγει δεν μου δείχνει και πολλά, ανοίγω κι ό,τι θέλει ας γίνει.  Εχω σηκωθεί όρθιος και είμαι έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο, δεν φωτογραφίζω πια μα βλέπουν τόσα πολλά τα μάτια μου μέσα σαυτό το λιγοστό το φως, το ροζ, το διάφανο, το λυπηρό.

    Οι καμπάνες αναγγέλουν τη περιφορά αλλά είμαι ακόμη ψηλά.  Το χιόνι του βουνού ροδίζει κι αυτό, τη χάνει το βουνό τη δύναμή του.  Αρχίζει να ρίχνει τη σκιά του στα χωριά.  Τα πρώτα φώτα αρχίζουν να λαμπυρίζουν κάτω.  Εχει λίγο φως ακόμα να χαίρομαι την ομορφιά, μα τις πέτρες τις αποφεύγω με τον προβολέα της μηχανής.  Μυστρά θέλω και Μυστρά δεν βλέπω.  Πρέπει συνέχεια να διαλέγω τις διασταυρώσεις, φοβάμαι συνεχώς μη συμβεί κάτι.  Μέχρι που πατάω άσφαλτο, ε δεν μπορεί, κάπου θα βγούμε τώρα.  Αφήνω την ερημιά και πιάνω πάλι τη ζούγκλα στο κατέβασμα.

    Ναι, ναι, κάτω, να η Σπάρτη να ετοιμάζεται και αριστερά ο Μυστράς.  Χαλαρώνω, ανακουφίζομαι, απολαμβάνω το αεράκι και τα αρώματα.  Οι καμπάνες αναγγέλουν πένθιμα.  Βλέπω στα αριστερά μια φωτεινή ασύμμετρη λωρίδα, τι ν' τούτο, αναρωτιέμαι, που όλο μεγαλώνει και μεγαλώνει κι έρχεται κοντά μου;  Ναι, είναι το κάστρο του Μυστρά που φωτίζεται, που θα δω ... όταν ... κάποτε!

    Κατεβαίνω αποστεωμένος, είμαι μέσα στη λάσπη και τη σκόνη.  Εχω αγαλλιάσει που τα κατάφερα κι ας έχω φτάσει πάλι στο τσακ , στην ώρα της περιφοράς.  Από την απόλυτη μοναξιά στα πλήθη, από τη παρέα με τον θεό στη κατάνυξη του επιτάφιου.  Ντρέπομαι για την εμφάνισή μου, είναι όλοι με τα καλά τους.  Ολοι οι επιτάφιοι είναι το ίδιο όμορφοι, κάνουν βόλτες στα σοκάκια, συναντιούνται, τα λένε, ψέλνουν στοχάζονται τον θάνατο. Πίσω τους ο κόσμος με τα κεράκια σίγουρος για την ανάσταση που θε να ρθεί.  Πιάνω ένα παγκάκι, λίγα κουλουράκια έμειναν, πίνω και λίγο νερό.  Από εδώ θα περάσουν όλοι οι επιτάφιοι, σημείο συνάντησης.  Δεν αντέχω να ακολουθήσω, δεν πρέπει.

    Πως θα τελειώσει η βραδιά;  Πως θα γυρίσω στην Αθήνα;  Πρέπει όμως να γυρίσω, σχεδόν δεν μπορώ να περπατήσω, το συνεχές ξεχαρβάλωμα πάνω στις πέτρες και τις κροκάλες με έχει αποκάμει.  Αχ βρε Ταύγετε αυτό μου έλεγες, ότι δεν θα αντέξω.

    Παίρνω το δρόμο για τη Σπάρτη, χωρίς κράνος, θέλω να με φυσήξει το αγιάζι.  Στις πλατείες ο κόσμος στη συναναστροφή και τη χαρά.  Με κοιτάνε περίεργα, πρέπει να κρατάω το κράνος για να καταλάβουν.  Τρώω κάτι πρόχειρο.  Πρέπει να αλλάξω τις πιέσεις στα λάστιχα και να βάλω βενζίνη, να βάλω τα ρούχα τα πολλά για τη νυχτερινή επιστροφή.  Γδύνομαι, ντύνομαι πίσω από το βενζινάδικο, βάζω τα ισοθερμικά, λαδώνω αλυσίδα, έτοιμος.

    Εχω ανέβει στη μηχανή, έχω κέφι, άλλωστε με περιμένουν στο χωριό με τα κουλουράκια.  Εχω προσμονή.  Το τηλέφωνο δουλεύει πάλι και το GPS.  Ολα καλά.

    Καρφώνομαι σαν βέλος στο σκοτάδι και τρώω τα πρώτα χαστούκια από το κρύο, όταν ελαττώνω ταχύτητα ζεσταίνομαι αλλά δεν γίνεται, με περιμένουν.  Εκεί έρχεται και η ομίχλη και με αποτελειώνει.  Ππαραδίδομαι, δεν βλέπω τίποτα, μαντεύω που πηγαίνω.  Ο βενζινάς στη Τρίπολη με λυπάται και με χώνει μέσα στο κατάστημα να ζεσταθώ.  Φεύγω του λέω, με περιμένουν, που τη βρίσκω τη δύναμη ρε πούστη μου, αναρωτιέμαι.

    Είναι δύο το πρωί, τείνω στα 700 χιλιόμετρα από το πρωί και ώρες;  Καλύτερα να μη μετρήσω, όμως νιώθω γεμάτος.  Μετά τη Κόρινθο τα μάτια μου κλείνουν, βαράω καμιά φάπα στο κράνος κι ανοίγω τη ζελατίνα.  Στα διόδια δεν ξέρω τι βλέπουν, όλοι μου πιάνουν τη κουβέντα.  Καταφέρνω ξημερώματα να φτάσω Ραφήνα.

    Τελικά δεν με περίμεναν.

 

Κείμενο, φωτογραφίες: Takis Mitrogiannis

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

-

Προβληματισμοί ...

Tι κάνουν όλη αυτή την καφεΐνη που περισσεύει όταν μετατρέπουν τον κανονικό καφέ σε ντεκαφεινέ;

κάποιος είπε
Don't have an account yet? Register Now!

Sign in to your account