Σύνδεση

Login to your account

Username *
Password *
Remember Me
offroader

Προορισμοί

  • Συνεργάτες και φίλοι του offroader μοιράζονται μαζί μας εμπειρίες από τα ταξίδια τους. Απολαύστε διαδρομές και πάρτε ιδέες...
  • 1

Οι τετράμορφοι και το τέρας

Ευρετήριο Άρθρου

Η ταξιδιωτική αφήγηση που ακολουθεί είναι το περιεχόμενο ενός ταξιδιού που πραγματοποιήθηκε την περίοδο των εορτών Χριστουγέννων 2011 - Πρωτοχρονιάς 2012.  Αφετηρία ήταν το Amsterdam, κατάληξη η Αθήνα, αλλά και επιστροφή στην πρωτεύουσα της Ολλανδίας από άλλο δρόμο.  Ο Tzan Junior - Γιάννης, κάτοικος Ολλανδίας εδώ και αρκετά χρόνια, μας ταξιδεύει με την πένα του.

1η μέρα

Το ταξίδι ξεκίναγε στις 20 Δεκέμβρη 2011 κατά τις 3 το μεσημέρι.  Συναντηθήκαμε με φθινοπωρινό καιρό, ψιλόβροχο και ψύχρα, από το Άμστερνταμ με πρώτο προορισμό το Backnang, μία πόλη έξω από τη Στουτγκάρδη.  Ήμασταν τέσσερις, εγώ (Γιάννης), η Cecilia, ο Μανώλης (κύριος οδηγός) και ο ξάδερφός του, ο Αντώνης.  Φορτώσαμε τα πράματά μας στο Mitsubishi Sigma (station wagon), μαζί και το τσέλο του Αντώνη, και ξεκινήσαμε.

Θα αναφέρομαι συχνά στις διεθνείς οδούς και τη συμπεριφορά των οδηγών ανά κράτος για δύο βασικούς λόγους: το μεγαλύτερο κομμάτι του ταξιδιού (τουλάχιστο προς Ελλάδα) ήταν μέσα στο αυτοκίνητο (πραγματικό road trip) και γιατί είναι ενδεικτική η μετάβαση από κουλτούρα σε κουλτούρα παρατηρώντας την οδική συμπεριφορά σε συνδυασμό με τις υποδομές των δικτύων.

Η εμπειρία των ολλανδικών λεωφόρων είναι κάτι σαν την ολλανδική ψυχοσύνθεση: gezellig (χαζέλεχ), που δε μεταφράζεται εύκολα.  Ίσως το αγγλικό cosy είναι μια σχετικά ακριβής περιγραφή.  Χαρακτηρίζεται από μια χαλαρότητα, χωρίς συγκρουσιακές τάσεις, και μια άνεση στην ατμόσφαιρα.  Παρότι υπάρχει μεγάλη άπλα στις εθνικές οδούς, δεν υπάρχει βιασύνη και ένταση.  Μέσα σε δυο ώρες είχαμε βγει από τα σύνορα και οι πρώτες ταμπέλες στα γερμανικά εμφανίστηκαν (χωρίς συνοριακούς ελέγχους βέβαια).

Χωρίς όριο ταχύτητας σε πολλά σημεία, οι γερμανοί οδηγούν με τα κοντέρ να αγγίζουν τα 200.  Εκεί βρήκαμε χιόνι στα χωράφια στις πλευρές της λεωφόρου και η θερμοκρασία είχε πέσει αισθητά.  Η διάθεσή μας ήταν σε πολύ υψηλά επίπεδα, με συζητήσεις για καθετί να δίνουν και να παίρνουν (φυσιολογικό με ένα μουσικό, μια εικαστικό και δύο κοινωνιολόγους στον ίδιο χώρο).  Ήμασταν gezellig με μία λέξη.

Είναι σημαντικό να προσθέσω ότι ενώ οι γερμανοί οδηγοί τελικιάζουν στην εθνική, όταν υπάρξει σήμα με όριο ταχύτητας, επιβραδύνουν με απόλυτη προσήλωση.  Τέλος πάντων, είχαμε αρχίσει να πλησιάζουμε στον προορισμό μας, το Backnang, και ήμασταν πια σε επαρχιακούς δρόμους, με χιόνια, δάση και σκοτάδι να μας περιβάλουν.  Είχαμε κλείσει ξενοδοχείο μέσω Hostelworld.com, ένα πολύ καλό site για φθηνές λύσεις.  Το ξενοδοχείο (Suedtor-Marconi, τριών αστέρων) κόστιζε 18 ευρώ το άτομο αλλά δεν είχαμε την ευκαιρία να το εκτιμήσουμε (εξήγηση ακολουθεί)...  Η μικρή πόλη φαινόταν όμορφη και ελπίζαμε να την απολαύσουμε λίγο το επόμενο πρωί αλλά προέκυψαν αναπάντεχες δυσκολίες.

Όταν θα φθάναμε, θα παίρναμε το κλειδί με ένα κωδικό που θα εισάγαμε σε ένα touch screen.  Το πρόβλημα ήταν ότι το μηχάνημα δε δούλευε!  Είχε 0 βαθμούς έξω με χιόνι, ήταν 1 η ώρα τη νύχτα και ήμασταν κουρασμένοι αλλά άμα δε δούλευε το touch screen...  Τέλος πάντων, πήραμε τηλέφωνο και μας είπαν να πάμε σε ένα άλλο ξενοδοχείο, Le Village, στην πόλη Winnenden, 10 χλμ μακριά.

Ευτυχώς είχαμε το GPS και δεν ξεμείναμε χωρίς χάρτη στην ερημιά όπου δεν κυκλοφορούσε κανείς.  Ανεκτίμητης αξίας το GPS να πω την αλήθεια σε road trip.  Μη διστάσετε ούτε στιγμή να το έχετε.  Με τα πολλά, φθάσαμε στο Winnenden και βρήκαμε το ξενοδοχείο χωρίς μεγάλη δυσκολία.  Η πόλη ήταν παρόμοια με το Backnang αλλά λόγω καθυστερήσεων, το επόμενο πρωί φύγαμε κατευθείαν μετά το πρωινό και δεν τη γυρίσαμε.  Να σημειώσω ότι το κόστος για τη διαμονή στο Village θα ήταν πιο ακριβή αλλά δε μας χρέωσαν γιατί δε φταίγαμε.  Η υπάλληλος του ξενοδοχείου Suedtor-Marconi, (μέσω τηλεφώνου) ήταν πολύ εξυπηρετική.  Παρότι με χρέωσαν διπλά στην πιστωτική, είχαμε επικοινωνία μέσω email και τα χρήματα επεστράφησαν χωρίς πρόβλημα και με πολλές συγγνώμες από μέρους της.

Οι τετράμορφοι

Μανώλης

Αντώνης

Cecilia

Tzan Junior

...........και το τέρας.

 

Mistubishi Sigma


2η Mέρα

Η δεύτερη μέρα ξεκίναγε μετά από μια ευχάριστη δυτικο-ευρωπαϊκή διαδρομή και μια μικρή περιπέτεια στις μικρές πόλεις της νότιας Γερμανίας.  Είναι η Αυστρία δυτική ή κεντρική Ευρώπη;  Όπως και να ΄χει, η διαδρομή μέσα από τις αυστριακές Άλπεις είναι πανέμορφη.

Οδικά, σήμαινε επιστροφή σε πιο χαλαρές ταχύτητες και πιο στενούς αυτοκινητόδρομους.  Καλύτερα όμως γιατί λίγα τοπία ξεπερνούν τις χιονισμένες βουνοκορφές γεμάτες με έλατα και τη θέα παγωμένων λιμνών.  Το κομμάτι της Αυστρίας που διασχίσαμε ήταν πολύ μικρό (και στην επιστροφή μέσω Ουγγαρίας ακόμα μικρότερο) αλλά ίσως θυμάμαι τη διαδρομή ως μεγαλύτερη από ότι ήταν, λόγω ομορφιάς.

Τέλος πάντων, μετά από σύντομο διάλειμμα για ξεμούδιασμα και βενζίνη (από τις φθηνότερες στη δυτική Ευρώπη), επόμενος προορισμός μας το Innsbruck, προτού μπούμε Ιταλία.  Όμορφη πόλη, δίπλα στο ποτάμι Inn, το Innsbruck ήταν μια πολύ καλή ιδέα για στάση.  Είχε και χριστουγεννιάτικες αγορές (στη δυτική Ευρώπη τα Χριστούγεννα είναι κεντρική θρησκευτική γιορτή) και ήταν ότι έπρεπε.

Φάγαμε αυστριακό λουκάνικο και ήπιαμε ζεστό κρασί με μυρωδικά (Gluhwein) για να ζεσταθούμε γιατί το κρύο ήταν ανελέητο.  Μια παρατήρηση για ορισμένους κατοίκους του Innsbruck: κοιτάζουν επίμονα (προφανώς εμάς που ήμασταν ξένοι) αλλά με μια περιέργεια και ένα ελαφρύ μειδίαμα.  Ίσως είναι στο μεταίχμιο νοτίων και βορείων Ευρωπαίων και συνδυάζουν μια ελληνική έλλειψη διακριτικότητας και μια γερμανική ανεκτικότητα στη διαφορετικότητα.  Τέλος πάντων, αρκετά με τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις, μας περιμένει η Ιταλία και οι γονείς του καλού φίλου Andrea από το Schio της Vicenza.

Αφού τους ψωνίσαμε μερικά δώρα (αυστριακά schnapps, αλκοολούχα αποστάγματα φρούτων), ξεκινήσαμε για μια περιπετειώδη διαδρομή μέσα από τους Δολομίτες.  Το GPS μας είχε τη φαεινή ιδέα να μας κατευθύνει μέσα από τους ορεινούς δρόμους νυχτιάτικα γιατί αυτή θεωρείται η ‘ταχύτερη’ διαδρομή.  Καμιά φορά παραδοσιακές τεχνικές (χάρτης) και ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργούν καλύτερα από οποιαδήποτε υπολογιστική μηχανή...

Η ταχύτερη διαδρομή λοιπόν από το Innsbruck στο Schio θεωρήθηκε ένας δρόμος του οποίου τα 50 χλμ ήταν μέσα από τα βουνά και μονάχα με δύο αντίθετες λωρίδες.  Μας πήρε λίγη ώρα μέχρι να καταλάβουμε πλήρως που μπλέξαμε αλλά τι να κάνουμε, μόνο μία κατεύθυνση υπήρχε μπροστά!  Να δώσω τα εύσημα στο Μανώλη βέβαια που οδηγούσε και τράβηξε το ζόρι.  Μάθημα μέσω παθήματος λοιπόν: τσεκάρετε τις διαδρομές που έχετε ως επιλογές και καταλήξτε ποια προτιμάτε.  Θέλετε να κάνετε κύκλο μέσω εθνικών οδών ταχείας κυκλοφορίας με καθυστέρηση μισής ώρας ή να περάσετε μέσα από φιδίσιους δρόμους νυχτιάτικα με μία λωρίδα μόνο, και κατηφόρες-ανηφόρες συνέχεια;

Με τα πολλά φτάσαμε στο Schio, μια μικρή πόλη βόρεια της Vicenza.  Ένα βασικό χαρακτηριστικό της πόλης (και γενικά της βόρειας Ιταλίας) είναι τα αμέτρητα roundabout.  Μπορεί κανείς να μετρήσει πιθανώς δεκάδες, μεταξύ και εντός πόλεων.  Μάλλον κάποια στιγμή τα ανέπτυξαν σαν εναλλακτική του φαναριού και από τότε δε σταμάτησαν.  Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Ιταλίας είναι οι ταμπέλες με αμέτρητους προορισμούς.  Μπορεί μια ταμπέλα στην Τοσκάνη να δείχνει προς: αστυνομικό τμήμα, μουσείο τάδε, Φλωρεντία, Ρώμη αριστερά, Ρώμη δεξιά, εκκλησία, εθνική οδό και πέντε-έξι χωριά εκεί γύρω.

Μετά λοιπόν από αρκετά roundabout φτάσαμε στους καταπληκτικούς οικοδεσπότες μας και αποζημιωθήκαμε για τις ταλαιπωρίες της ημέρας.  Μας περίμεναν με μαγειρεμένο ιταλικό φαγητό και δύο έτοιμα δωμάτια και δε διστάσαμε.  Μανιτάρια μαζεμένα από το δάσος από τους ίδιους, ριζότο, sopressa (το αγαπημένο μου σαλάμι από Ιταλία), δικιά τους grappa με μυρωδικά και prosecco δέσποζαν στο τραπέζι και μας άφησαν πλήρεις.

Ιταλικά, αγγλικά και ελληνικά έδιναν και έπαιρναν με μένα στο κέντρο (λόγω ιταλικών) να μεταφράζω ότι προλαβαίνω.  Κάποια στιγμή έπεσε και τηλέφωνο από τον Andrea που μένει με την ισπανίδα φίλη του στο Los Angeles και δέσαμε.  Η δεύτερη μέρα έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο και ο ύπνος ήρθε χωρίς δυσκολία καθώς είχαμε πρωινό ξύπνημα (στις 6) και ταξίδι στην Ανκόνα για το πλοίο.

Από Γερμανία για την Αυστρία

Στο Innsbruck

Για διασκέδαση στο Innsbruck

Στην Ιταλία

Στο σπίτι της οικογένειας του Ανδρέα.

 


3η μέρα

Νομίζω ότι τα πολύ πρωινά ξυπνήματα που έχω κάνει στη ζωή μου μπορώ να τα μετρήσω με τα δύο χέρια.  Ναι, προφανώς δεν είμαι πρωινός τύπος και οποιαδήποτε ώρα πριν τις 9 μου ακούγεται ‘νωρίς’.  Ήμουν απόλυτη μειοψηφία στο να σηκωθούμε αργότερα από τις 6 και οι υπόλοιποι επιβλήθηκαν συνοπτικά.  Α ρε δικτατορία της πλειοψηφίας...

Αυτή τη φορά η Cecilia στο τιμόνι και ο Μανώλης για ξεκούραση στο πίσω κάθισμα.  Κέρδισε επάξια το άραγμα.  Οι Ιταλοί στην οδήγηση είναι σαν τους Έλληνες αλλά με μια βασική διαφορά: οι εθνικές οδοί (τουλάχιστο στο βορρά της χώρας) είναι σαν τις γερμανικές.  Μεγάλη άπλα, πολλές λωρίδες και απέραντες ευθείες.  Όπως και να ‘χει όμως οδηγούν με συνεχείς προσπεράσεις αριστερά και δεξιά, χωρίς σεβασμό στα όρια ταχύτητας, με μια έντονη ανεμελιά.

Ομολογώ όμως ότι μας δε μας ένοιαξε ιδιαίτερα αφού είχαμε το ηλιοβασίλεμα στη μια πλευρά του δρόμου και καθαρό ουρανό.  Η θερμοκρασία ήταν υψηλότερη από την προηγούμενη μέρα (από το βορρά παρεμβάλλεται το ‘τείχος’ των Άλπεων βλέπετε) και η διάθεσή μας ήταν στα ύψη.  Είμαι σίγουρος ότι έχετε νιώσει αυτό το μισοκουρασμένο, μισοφρέσκο συναίσθημα του πρωινού ξυπνήματος που σιγά σιγά, και λόγω της όμορφης, κρύας μέρας, μεταμορφώνεται σε ευεξία και ενέργεια (κάνω και διάλεξη για τα πρωινά ξυπνήματα τρομάρα μου...).

Διάλειμμα για espresso σε ένα autogrill (θεωρητικά έχουν τον καλύτερο καφέ στην Ιταλία) και βενζίνη και πίσω στο δρόμο.  Ένα απρόοπτο μονάχα: το ‘τέρας’ έχει ηλεκτρονικά παράθυρα, ένα εκ των οποίων ξαφνικά άνοιξε μόνο του και δεν έκλεινε.  Με 140 χλμ/ώρα στην εθνική και 1 βαθμό κελσίου, το ανοιχτό παράθυρο άλλαζε τη μέρα μας προς το χειρότερο.

Για μερικά λεπτά προσπαθούσαμε να το καλύψουμε αλλά τίποτα.  Σ’αυτό δεν έχω συμβουλή να πω την αλήθεια, απλά πριν πάτε να το καλύψετε με κάτι βεβαιωθείτε ότι δεν είναι πολύτιμο γιατί πιθανότατα θα σπάσει τα δεσμά του και θα πετάξει.  Ευτυχώς, ενώ ο πανικός άρχιζε να αναδύεται, το παράθυρο ανέβηκε μόνο του.  Μάλλον είναι αληθινό τέρας το ‘τέρας’.

400 χλμ μετά πλησιάζαμε την Ανκόνα με τη Cecilia να το έχει πατήσει για τα καλά για να προλάβουμε.  Μέσα σε μερικά λεπτά βρήκαμε τα γραφεία της ΑΝΕΚ και ακούσαμε τα πρώτα ελληνικά.  Δυστυχώς δεν ήταν ευχάριστα, τουλάχιστο για κάποιους που ήθελαν να αγοράσουν εισιτήρια και δε γινόταν γιατί το καράβι ήταν πλήρες λόγω Χριστουγέννων (και την επόμενη μέρα).  Η ουρά μεγάλη και η ατμόσφαιρα με ένταση, και τότε άκουσα τις μαγικές λέξεις: ‘όποιος έχει κάνει κράτηση ας έρθει από δω’.

Εγώ και ένας κύριος δώσαμε τα ονόματά μας, μας φώναξαν μετά από δύο λεπτά και αυτό ήταν, μπορούσαμε να ταξιδέψουμε χωρίς άλλα.  Δίδαγμα: κάντε κράτηση από το internet.  Εμείς το κάναμε από το greekferries.gr, οι οποίοι, παρότι υπήρξε μια δυσκολία στην αρχή γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν την κράτηση κατευθείαν, είχαν πολύ καλή εξυπηρέτηση, ήταν ευγενικοί και ενδιαφέρθηκαν.

Τα εισιτήρια στο χέρι λοιπόν και μια βόλτα στην πόλη ήταν ότι χρειαζόμασταν.  Ο Μανώλης ξανά στο τιμόνι και καταλήξαμε στο κέντρο για μερικά ψώνια για το ταξίδι.  Πολλοί κάτοικοι της Ανκόνα μας έδωσαν την εντύπωση ότι συχνάζουν στο Κολωνάκι.  Καλοντυμένοι (ακριβά) κυκλοφορούσαν με το κεφάλι (και τη μύτη) ψηλά και μας δυσκόλεψαν όταν προσπαθούσαμε να μάθουμε που έχει supermarket.

Είναι από τις φορές που αισθάνθηκα παρείσακτος λόγω ένδυσης και μου έλειψε το Amsterdam όπου η εμφάνιση θεωρείται (μέσες άκρες) προσωπική επιλογή και σε γενικές γραμμές ο κόσμος δεν ασχολείται με το τι φοράει κανείς.  Στραβά έχει πολλά, αλλά όπως και να ‘χει εκεί δεν έχω κάποια βαριά επίγνωση του τι φοράω.  Τέλος πάντων, με τα πολλά καταφέραμε να μάθουμε πού να ψωνίσουμε (μπήκε η Cecilia μπροστά ως πιο ‘μαλακή’ εικόνα), πήραμε φαί και ποτό και μπήκαμε στο αμάξι με προορισμό το λιμάνι.

Είχαμε 20 λεπτά ακόμα αλλά δεν ήταν όσο εύκολο φανταστήκαμε.  Το GPS δεν ήταν ιδιαίτερη βοήθεια στο να βρούμε την πύλη μας και έπρεπε να ρωτάμε.  Μετά από λίγο βρήκαμε τη σωστή κατεύθυνση και ενώ ήμασταν μερικές εκατοντάδες μέτρα από το πλοίο, μας σταμάτησαν οι μπάρες των γραμμών του τρένου γιατί πέρναγε μια αμαξοστοιχία!  Στιγμή πανικού, ο Μανώλης νομίζει ότι η μπάρα κατεβαίνει πάνω στο τέρας, όπισθεν και... μπούπ!  Χτυπάμε ελαφρά ένα αμάξι πίσω μας.  Ωχ, σκέφτηκα, πάει το πλοίο.  Τώρα άντε να συνεννοηθούμε, να ‘ρθει η αστυνομία, διαδικασίες κτλ κτλ.

Ας βγω έξω λέω να δώσω υποστήριξη στο Μανώλη που ήταν ήδη σε συνομιλία με τον οδηγό του πίσω αμαξιού.  Ευτυχώς βλέπω το Μανώλη με το πλέον απολογητικό ύφος να λέει ‘sorry’ και τον Ιταλό να είναι σε καλό δρόμο και να λέει το μαγικό ‘ok, ok’.  Όντως δευτερόλεπτα μετά ο οδηγός μας επανέρχεται με ειλικρινές ξεφύσημα ανακούφισης και οι ελπίδες μας αναπτερώνονται.

Περνάμε τις μπάρες και στρίβουμε αριστερά προς το λιμάνι αλλά, αν είναι δυνατόν, κι άλλες μπάρες κατεβαίνουν, και το ίδιο τρένο φαίνεται να έρχεται πάλι!  Εδώ υπάρχει διαφωνία μεταξύ εμού και Cecilia γιατί τελικά οι μπάρες ανέβηκαν κατευθείαν και το τρένο δεν πέρασε.  Εγώ απλά νομίζω ότι υπήρξε ασυνεννοησία και τελικά δε θα πέρναγε.  Το έτερον ήμισυ όμως λέει ότι τις ανέβασαν για μας γιατί κατάλαβαν ότι πάμε για το πλοίο και ότι το τρένο θα πέρναγε κάπως αργότερα.

Όπως και να ‘ναι περάσαμε και ήμασταν στην ουρά για το ferry.  Βάλαμε το αυτοκολλητάκι μας για ‘Igoumenitsa’ και αφήσαμε το Μανώλη για να πιάσουμε θέση κάπου μέσα στο πλοίο.  Θα κάνω εδώ την παύση της ημέρας μια που το ταξίδι στο νερό αλλάζει τελείως το σκηνικό και εδώ που τα λέμε 16 ώρες στο πλοίο θα έχουν πολλή βαρεμάρα, ε;

Υ.Γ. Οι φωτογραφίες από την 3η μέρα είναι μετά από την αποβίβαση στην Ηγουμενίτσα προς Θεσσαλονίκη και προς Αθήνα.  Φωτογραφικά το ίδιο θα ισχύσει και για την 4η μέρα άφιξης στην Αθήνα.


3.5 - 4η μέρα

Που είχαμε μείνει;  Στο πλοίο ε;  Για να είμαι δίκαιος δεν ήταν και πολύ άσχημα.  Βρήκαμε ένα καλό σημείο στο σαλόνι, σημαντικό όπως φαντάζεστε για μεγάλα ταξίδια χωρίς καμπίνα (επιλογή μας).  Απλώσαμε τα πράματά μας, βγάλαμε τα παπούτσια μας και βολευτήκαμε.  Εγώ μάλιστα ξάπλωσα κιόλας και τσούπ! πετάχτηκε ο σερβιτόρος: «Κύριε, σας παρακαλώ μην ξαπλώνετε, δεν είναι πρέπον για τον υπόλοιπο κόσμο».  Σκέφτηκα να σηκωθώ να ρωτήσω τον υπόλοιπο κόσμο αλλά λέω ας είναι, έτσι κι αλλιώς σιγά που ο υπόλοιπος κόσμος δε θα ξαπλώσει αργότερα.  Και αν θέλει τότε ας κάνει ζήτημα αφού έτσι κι αλλιώς θα είναι μόνος ο “υπόλοιπος” σερβιτόρος...

Τέλος πάντων, μπορούσα να αντέξω μερικές ώρες και δε μου έλειψε ο ύπνος.  Με τα πολλά, είχαμε αφήσει το λιμάνι και ήμασταν στα ανοιχτά.  Επόμενη στάση, Ηγουμενίτσα.

Ο χρόνος σε τέτοια ταξίδια περνά πολύ αργά, ή μάλλον ανεπαίσθητα γιατί τα πάντα φαντάζουν ακινητοποιημένα και δεν υπάρχει σημείο αναφοράς.  Εγώ λοιπόν βρήκα το σημείο αναφοράς: ο τύπος στο διπλανό τραπέζι.  Γύρω στα 30, με καπελάκι jockey, καθημερινά ρούχα, κοντά μαλλιά, μόνος, καθιστός σε μια πολυθρόνα και ένα άδειο τραπέζι μπροστά του.  Ορκίζομαι ότι όλες τις 16 ώρες του ταξιδιού δεν έκανε τίποτα.  Εντάξει φαντάζομαι κοιμήθηκε (πιθανώς εκεί που καθόταν) αλλά ήμασταν δίπλα του για πολλές ώρες και δε διάβασε τίποτα, δε μίλησε στο κινητό, δεν έφαγε, δεν ήπιε, δε σηκώθηκε, δε μίλησε, δεν άλλαξε έκφραση.  Μονάχα σταδιακά κατέβαινε όλο και χαμηλότερα στην πολυθρόνα όσο πέρναγε η ώρα, σαν τους δείκτες του ρολογιού που κινούνται ανεπαίσθητα.  Έφτασε στο σημείο που η φυσιολογία του σώματος δεν επέτρεπε πιο κάτω και σταμάτησε.

Ενώ λοιπόν ο τύπος-ρολόι κατέβαινε, εμείς μιλούσαμε, διαβάζαμε, παίζαμε χαρτιά, τρώγαμε (συνεχώς) και πίναμε.  Κάποια στιγμή έκανα και κάτι που δε φανταζόμουν να κάνω ποτέ: έφαγα με τη Cecilia στο εστιατόριο του πλοίου.  Καθόλου άσχημα.  Ούτε ακριβά, ούτε κακό φαί (τίποτα ιδιαίτερο αλλά αξιοπρεπές), ούτε συναίσθημα ότι με εκμεταλλεύονται.  Χμμ, ίσως χρειάζεται να συλλογιστώ περισσότερο το θέμα του φαγητού στο πλοίο. Ν α ανοίξω τους ορίζοντές μου.

Η θέα στον ορίζοντα παρεπιπτόντως ήταν πανέμορφη.  Βλέπαμε την ανατολική πλευρά της Αδριατικής.  Λίγο από Κροατία, λίγο από Μαυροβούνιο και μπόλικη Αλβανία.  Βουνά.  Μου είχαν λείψει.  Όπως λέει και στον Αστερίξ (με τους Βέλγους) σε μας εκεί πάνω τα βουνά είναι υπόγεια για να μην κουραζόμαστε.  Ίσως μένω στο μοναδικό μέρος της γης όπου το υψόμετρο έχει αρνητικούς δείκτες, με καταλαβαίνετε ε;

Μου τελειώνουν τα ενδιαφέροντα πράματα από το ταξίδι στο πλοίο και ίσως είναι η ώρα να κλείσει η βραδιά.  Παίξαμε μπλόφα μέχρι να νυχτώσει (τους έσκισα παρεπιπτόντως) και πήγαμε για ύπνο, εγώ ο Μανώλης και η Cecilia σε ένα διάδρομο (πιο ήσυχα) και ο Αντώνης μόνος στο σαλόνι.  Παραδόξως κοιμήθηκα αξιοπρεπώς, και νομίζω και οι άλλοι το ίδιο, μέχρι που ξημέρωσε και κοντεύαμε να φτάσουμε.

Ενώ αράζαμε στο λιμάνι, συνειδητοποίησα ότι από το Άμστερνταμ μέχρι την Ελλάδα δε χρειαστήκαμε κανένα επίσημο έγγραφο. Ε.Ε. ε;  Δε σας εξήγησα ότι ενώ αρχικά σκεφτόμασταν να πάμε μέσω Βαλκανίων δεν είχα διαβατήριο (είχε λήξει τον Αύγουστο) και μας ανάγκασα να έρθουμε μέσω πιο συμβατικών χωρών.  Το σχέδιό μου ήταν να πάρω το διαβατήριο στην Αθήνα και να επιστρέψουμε μέσω βαλκάνιων στο γυρισμό.  Τα κατάφερα όμως;  Θα σας κρατήσω σε αγωνία για να διαβάσετε όλο το ημερολόγιο του road trip μας.

Φτάσαμε στην Ηγουμενίτσα χωρίς ελέγχους λοιπόν και εκεί θα χωρίζαμε με τα παλληκάρια.  Εγώ με το ήμισυ προς Αθήνα, εκείνοι Θεσσαλονίκη.  Πήραμε εισιτήρια για το ΚΤΕΛ, τα παιδιά αποχώρησαν και εμείς γυρίσαμε την πόλη.  Ελπίζω να μην φαίνομαι υπερβολικός αλλά το πρώτο πράμα που συνειδητοποίησα: έφτασα Ελλάδα και που είναι τα πεζοδρόμια ρε παιδιά;  Σε διάφορα σημεία στην παραλιακή από το λιμάνι προς την πόλη κάναμε ελιγμούς μεταξύ των παρκαρισμένων.  Η Cecilia γούσταρε όμως γιατί έχει κουραστεί από την υπερβολική ‘οργανωσιά’ της δύσης και θέλει λίγο χάος.  Έχουμε βασικές διαφορές στην οπτική μας σίγουρα.

Η πόλη μακριά από το λιμάνι δεν ήταν πολύ άσχημη πάντως και ευχαριστηθήκαμε τη βόλτα μας.  Το συμβάν της Ηγουμενίτσας: πήγαμε σε ένα κατάστημα Cosmote να πάρω μια sim για το κινητό και έπρεπε να δηλωθεί με διεύθυνση, όνομα κτλ.  Λέω του κυρίου ότι μένω στην Ολλανδία, προβληματίζεται και μου λέει «δεν πειράζει, θα βάλω μια δική μου, εικονική εδώ της πόλης».  Όντως, φτάσαμε Ελλάδα σκέφτηκα.  Και για να μην παρεξηγηθώ, θετικά το λέω στο συγκεκριμένο.  Εύκολη, πρακτική, ανθρώπινη λύση σε ένα απλό πρόβλημα.  Στην Ολλανδία θα έπρεπε να έχω κανένα πιστοποιητικό γέννησης μεταφρασμένο στο βρετανικό προξενείο (ή κάτι τέτοιο).  Ευχαρίστησα τον κύριο και πήρα τηλέφωνο τους γονείς.  Καιρός ήταν, ε;

Φάγαμε κάτι, ήπιαμε καφέ, κοιτάζοντας τον ήλιο να ρίχνει τις ακτίνες του στο νερό και χαλαρώσαμε.  Ξεκουραστήκαμε όσο χρειαζόταν και φύγαμε για τα ΚΤΕΛ.  Κάπου εδώ ξεκινάει η πιο ενδιαφέρουσα οδική εμπειρία μου...  Στο ΚΤΕΛ άκουσα δυο κυρίες να λένε «α, ο ‘σφαίρας’ είναι στο τιμόνι σήμερα, θα φτάσουμε σε μια ώρα στην Αθήνα», ‘ή καθόλου’ σκέφτηκα.  Όσοι ξέρετε τη διαδρομή, καταλαβαίνετε το ζήτημά μου.  Όσοι δεν έχετε ιδέα, ακούστε.

Ορεινοί δρόμοι, δύο (αντίθετες) λωρίδες και τα αμάξια να κινούνται με ταχύτητες εθνικής.  Το λεωφορείο μας δεν εξαιρούνταν και τα χιλιόμετρα ανά ώρα πάνω από εκατό.  Μετά από λίγα λεπτά, κοιταζόμαστε με τη Cecilia και φοράμε ζώνη.  Ξέρω, παράξενο, ήμασταν οι μόνοι με ζώνη στο όχημα αλλά έχουμε αναπτύξει άλλες συνήθειες στο βορρά...

Κάναμε ένα διάλειμμα για ξεμούδιασμα και πάλι μέσα προς Πάτρα.  Πέρασα και τη γέφυρα (Ρίο-Αντίρριο) για πρώτη φορά και κάπως αισθάνθηκα.  Τσεκούρι το κόστος.  Νομίζω 13 ευρώ ανά αυτοκίνητο, 26 πήγαινε-έλα, τραγικό.  Μάλλον για αυτό είχε το ΚΤΕΛ 45 ευρώ το άτομο.

Πως είναι δυνατό να γίνει χειρότερο.  Εμ, από Πάτρα προς Αθήνα είναι.  Τεράστιες πινακίδες να λένε ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ, ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ, ΜΗΝ ΠΡΟΣΠΕΡΝΑΤΕ, έτσι νομίζω, δεν είμαι σίγουρος γιατί προσπερνάγαμε ένα φορτηγό και δεν είδα καλά...  Το ΚΤΕΛ.  Προσπερνούσε φορτηγό.  Σε δρόμο με δύο αντίθετες λωρίδες.  Και από την αντίθετη να έρχονται αμάξια με 140 χλμ.  Εν ολίγοις δε θα το ξανακάνω.  Αεροπλάνο από Πρέβεζα για Αθήνα.  Και χρεώνουν και διόδια οι εγκληματίες.

Τέλος πάντων, φτάσαμε, ναι φτάσαμε στο σταθμό Κηφισού.  Μπήκαμε στην ουρά για ταξί, μας τσίμπησε μια κυρία με το ταξί - φόρμουλα και σε 10 λεπτά ήμασταν σπίτι.  Ναι, δε γινόταν, έπρεπε να υπάρχει ιδιαιτερότητα σε όλη τη διαδρομή και ο τελευταίος γύρος δεν εξαιρούνταν.  Ταμπλό σαν κόκπιτ, η κυρία ένα με τον Schumacher, να πιάνει τα 120 μέσα στην πόλη.  Βάλαμε ζώνη και κει (πίσω κάθισμα) αλλά το ευχαριστηθήκαμε περισσότερο.  Τουλάχιστο ήταν μια μικρή δόση αδρεναλίνης και όχι υπερφόρτωση κινδύνου.  Σπίτι λοιπόν και Χριστούγεννα με την οικογένεια.

Ο Μανώλης και ο Αντώνης είχαν τις δικές τους περιπέτειες προς Θεσσαλονίκη λόγω χιονιού.  Είχε ακινητοποιηθεί η Εγνατία εκείνες τις ώρες και κολλήσανε για δυο ώρες αλλά τα κατάφεραν.  Δείτε τις φωτό, είναι ενδεικτικές.

 


1η μέρα (μέχρι πριν το δείπνο)

Μετά τους εορτασμούς δεν προλάβαμε να χαλαρώσουμε πολύ και μία μέρα μετά την πρωτοχρονιά ξεκινήσαμε να επανασυνδεθούμε με τους συντρόφους μας στη Θεσσαλονίκη.  Να σημειώσω ότι, όπως σας είπα, το μεγαλύτερό μου άγχος ήταν να πάρω το διαβατήριο γιατί αλλιώς τα βαλκάνια θα παρέμεναν ένα όνειρο (με αεροπλάνο με έβλεπα στην επιστροφή...).

Τελικά κατάφερα να το πάρω το μεσημέρι μερικές ώρες πριν την αναχώρηση του τρένου και βουρ! για σταθμό Λαρίσης.  Επόμενη στάση η συμπρωτεύουσα.  Δε θα γράψω πολλά για τη Θεσσαλονίκη, απλά κάτι χαρακτηριστικό για την οδήγηση, την αγαπημένη μας κοινωνιολογική μέθοδο σε αυτό το ταξίδι.

«Χαλαρά», αυτός είναι ο χαρακτήρας της κυκλοφορίας, σε αντίθεση με την Αθήνα.  Χωρίς βιασύνη και πανικό, με λιγότερες κόρνες και ένταση, οι Θεσσαλονικείς κυκλοφορούν στην πόλη με εναν πιο ανθρώπινο τρόπο.  Χαλαροί και εμείς, «Από δυο χωριά» μεζέδες, Κρήτης και Πόντου και μπόλικη ρακή, και μετά στο σπίτι του Μανώλη για ύπνο και πρωινό ξύπνημα (γκρρρ...).

Η οικογένεια του Μανώλη μένει έξω από το κέντρο, ψηλά σε ένα λόφο και όλη η πόλη είναι ένα αξιοθέατο από το μπαλκόνι τους.  Στο σαλόνι του παππού του (άνω των 90 παρακαλώ υγιέστατος και γλυκύτατος) ξαπλώσαμε εγώ και η Cecilia για ύπνο και το πρωί (όχι και πολύ νωρίς τελικά) για πρωινό με σχεδόν όλη την οικογένεια.  Όλο το πρωινό ήταν μια δυνατή δόση φιλοξενίας και ζεστασιάς πριν βγούμε πάλι στο δρόμο.

Ο Μανώλης με τον Αντώνη πάλευαν με το τέρας με τεχνικές tetris να χωρέσουν όλα τα πράματα, η Cecilia έκανε τον περίπατό της στη λιακάδα δίπλα στα τείχη, και εγώ έπινα τον τούρκικο καφέ μου με θέα την πόλη και μίλαγα με τη μητέρα του φίλου.  Με τα πολλά, χωρέσαμε και μεις, και το τσέλο, 10 λίτρα ρακή και άλλα καλά, και βάλαμε προορισμό στο GPS: Βελιγράδι.

Είχαμε αποφασίσει να περάσουμε μέσα από την ΠΓΔΜ, στην οποία ήμασταν μέσα σε λίγες ώρες.  Μια ιδιαιτερότητα προτού μπούμε στη χώρα ήταν το ενδιάμεσο κενό μεταξύ των συνόρων (λόγω ελέγχου αυτή τη φορά).  Για 500 μέτρα είναι no man’s land.  Πίσω είναι η Ελλάδα και μπρος η ΠΓΔΜ και στη μέση το duty free.  Ψωνίσαμε και μεις σοκολάτες, τσιγάρα και ένα κομπολόι για τον Άγγλο φίλο μου τον Όσκαρ, και συνεχίσαμε σε αυτό το κενό αέρος μέχρι να περάσουμε ξανά σε χώρο εθνών-κρατών, «κυριαρχιών», «πατρίων εδαφών» και άλλων αφηρημένων.  Ο έλεγχος στα σύνορα ήταν αρκετά χαλαρός και μπήκε η πρώτη σφραγίδα στο νέο μου διαβατήριο.

Η εθνική οδός της ΠΓΔΜ είναι εντυπωσιακά καλή (τουλάχιστον η μία που διασχίσαμε εμείς) αλλά δεν πέρασε πολλή ώρα πριν διαπιστώσουμε κάτι παράξενο.  Δεν υπήρχαν άλλα αυτοκίνητα στο δρόμο.  Ήμασταν σε μια κατάσταση λες και διασχίζαμε την Αριζόνα των Βαλκανίων.  Το χρώμα της χώρας είναι αρκετά καφέ και κοκκινωπό, με λόφους και βουνά στο βάθος.  Παντού η γη φαίνεται σκονισμένη.  Δε βλέπαμε οικισμούς (δε θυμάμαι καν αν είδα έστω έναν) και ήμασταν μόνοι.  Μια φορά περάσαμε διόδια (με ευρώ παρακαλώ) και πιο μετά μπήκαμε σε ένα βενζινάδικο, όπου διαπιστώσαμε ότι όντως ζουν άνθρωποι σε αυτή τη χώρα και μάλιστα είναι ζεστοί και ευγενικοί (τουλάχιστον αυτοί οι τρεις που είδαμε).

Δε μου φάνηκαν πολύ επικίνδυνοι και με ιρρεδεντιστικές τάσεις προς την Ελλάδα.  Όπως και να’χει, έχουν φθηνή βενζίνη (αν και όχι πολλά αυτοκίνητα) και μεις φουλάραμε το τέρας και πίσω στο δρόμο.  Ενδεικτικά, σε κάποια φάση ήμασταν στην αριστερή λωρίδα και μας μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά ότι πηγαίναμε ανάποδα γιατί δεν υπήρχε εμφανώς αντίθετη λωρίδα με διαχωριστικό ανάμεσα.  Είναι λίγο σοκαριστικό το συναίσθημα ξαφνικά να σκέφτεσαι ότι πας ανάποδα στην εθνική...  Πάντως, κάτι μου λέει ότι η ΠΓΔΜ έχει ιδιαίτερα μέρη να δει κανείς και σίγουρα δεν υπάρχουν και πολλοί τουρίστες.

Τέλος πάντων, αρκετά αργότερα φτάσαμε στα σύνορα με τη Σερβία.  Εκεί ο έλεγχος ήταν λίγο πιο αυστηρός αλλά όχι όπως μου περιέγραφαν κάτι φίλοι, που μόνο που δεν τους έγδυσαν.  Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις το να έχεις μια θηλυκή σουηδική φάτσα δίπλα στις ελληναράδικες μάλλον βοηθάει.  Τσέκαρε τα διαβατήριά μας ένα ένα ο φρουρός και φώναζε τα ονόματά μας, «παρών» φωνάζαμε εμείς και μετά από πολλά χαμόγελα, μπήκαμε και επίσημα στο έθνος-κράτος Σερβία.  Μπορώ να επιβεβαιώσω επίσης ότι το να είσαι Έλληνας βοηθάει με τους Σέρβους.

Το τοπίο της Σερβίας δεν ήταν πολύ διαφορετικό αλλά λίγη ώρα μετά τα σύνορα είδαμε επιτέλους οικισμούς.  Η έκπληξη αυτή τη φορά ήταν ότι πολλά από τα σπίτια ήταν μισό-χτιστα.  Μερικές φορές το ισόγειο ήταν τελειωμένο αλλά ο πρώτος όροφος είχε ακόμα τούβλα και ανοίγματα αντί για παράθυρα, άλλες φορές όλο το κτίσμα ήθελε ακόμα πολλή δουλειά και βλέπαμε μόνο τούβλα.  Μάλιστα σε πολλά από αυτά ζούσαν άνθρωποι (τουλάχιστον στο ισόγειο και ίσως άπλωναν κανένα ρούχο επάνω).

Μετά από τον τρίτο οικισμό που είχε τέτοια σπίτια, αρχίσαμε την κουβέντα για τους λόγους και υπάρχουν διάφορες απόψεις (ευπρόσδεκτες και από σας αν μπορείτε να μας διαφωτίσετε παρακαλώ).  Οι βασικές δύο πιθανότητες που διακρίναμε είναι ότι είτε ξεκίνησαν να χτίζουν όταν υπήρχε μεγαλύτερη ευμάρεια στη χώρα και τώρα τα πράγματα είναι δύσκολα, ή ότι απλά υπήρξε ένα έντονο κύμα κτισίματος πρόσφατα και είναι σε εξελικτικό στάδιο.  Συμφωνήσαμε ότι είναι σημαντικό από που έρχονται τα χρήματα γιατί υπάρχουν πολλοί Σέρβοι μετανάστες σε βορειο-ευρωπαϊκές χώρες (όπως η Σουηδία) οι οποίοι συχνά στέλνουν λεφτά και χτίζουν στη χώρα καταγωγής, αλλά βέβαια μπορεί να είναι άνθρωποι της πόλης που θέλουν να μετακομίσουν στην εξοχή και έτυχε να γίνει σε μια συγκεκριμένη περίοδο.  Όλα είναι ανοιχτά προφανώς αλλά με τρώει η περιέργεια.

Να δώσω τα εύσημα μια ακόμα φορά στο Μανώλη για την οδήγηση και τη συνεργασία με το τέρας.  Το Βελιγράδι ήταν κοντά και ήμασταν εντός προγράμματος.  Είχε βραδιάσει όταν είδαμε το Δούναβη και μια από τις γέφυρες που ενώνουν την ανατολική και τη δυτική πλευρά.  Ομολογώ ότι η πρώτη εντύπωσή μου δεν ήταν η καλύτερη.  Περίμενα πιο πολύ φως ίσως, πιο πολλά εντυπωσιακά κτίρια, πιο πολύ ρομαντισμό, δεν ξέρω.  Μην ανησυχείτε όμως, η πόλη ήταν μια καταπληκτική εμπειρία, απλά συνέβη σταδιακά.

Σκοπεύαμε να μείνουμε στο ξενοδοχείο Slavija, όπου είχε μείνει παλιότερα ο Μανώλης και ξεκινήσαμε να ψάχνουμε τουριστικό γραφείο.  Τελικά μας βοήθησαν στο σταθμό του τρένου στα αγγλικά (οι Σέρβοι του Βελιγραδίου γενικώς μιλούν την αγγλική), πήραμε χάρτη και φύγαμε για το ξενοδοχείο.  Το κτήριο είναι μπροστά στην πλατεία Slavija στην οποία γίνεται χαμός!

Μπαινοβγαίνουν αυτοκίνητα από έξι-επτά οδούς χωρίς φανάρι και γενικά ισχύει το «όποιος προλάβει».  Χάος...  Να πω ότι δεν είναι γενικό πρόβλημα της πόλης το κυκλοφοριακό (όχι και Αθήνα, ε;), απλά αυτή η πλατεία είναι ακραία.

Παρκάραμε το τέρας κάτω από το ξενοδοχείο και μπήκαμε στο, πρώην πολυτελές, Slavija.  Να σημειώσω ότι υπάρχει το Lux και το απλό.  Φαντάζεστε σε ποιο πήγαμε εμείς, ε; 18 ευρώ το άτομο τη βραδιά σε τετράκλινο με δυο δωμάτια και πρωινό.  Χτίστηκε το 1962 και φαίνεται.  Γενικά σαπίζει από παντού αλλά για δυο βράδια δεν είναι άσχημη εμπειρία.  Αν δεν έχετε απαιτήσεις...  Χμμ, και πάλι δεν ξέρω αν το συνιστώ ακριβώς αλλά τουλάχιστον για ύπνο και ένα μπάνιο δεν είναι κακό.

Το αστείο είναι ότι υπάρχει ο αέρας της επισημότητας από τους υπαλλήλους.  Όλοι είναι καλοντυμένοι και μιλάνε με «sir» και «madam», και είχαμε συνοδό μέχρι το δωμάτιο (ο οποίος αισθάνθηκε λίγο άβολα όταν πάτησε το διακόπτη και το φως δεν άναψε...).  Τέλος πάντων, απλωθήκαμε και μετά από λίγο βγήκαμε για φαί γιατί είχαμε λιμάξει.  Η πολύ ενδιαφέρουσα βραδιά μας θα είναι η αρχή στο επόμενο μέρος του ημερολογίου.

Υ.Γ. Σε αυτή τη περιγραφή φωτογραφίες δεν υπάρχουν. Για να μην υπάρχει κενό όμως, έβαλα μερικές από το Βελιγράδι μιας και αυτή η ενότητα έχει αρκετές.


1η νύχτα και 2η μέρα

Αποφασίσαμε να περπατήσουμε μέχρι το κέντρο (περίπου 10-15 λεπτά) ώστε να δούμε και λίγο από την πόλη.  Η αρχική μου εντύπωση ήταν ότι το Βελιγράδι έχει κάτι από Αθήνα.  Περπατήσαμε δίπλα σε μια φαρδιά λεωφόρο σαν την Πανεπιστημίου που διασχίζει το κέντρο με ψηλά κτήρια αριστερά και δεξιά.  Την ώρα που βγήκαμε δεν υπήρχαν πολλοί περαστικοί αλλά παρατήρησα δύο πράγματα: πρώτον, οι του Βελιγραδίου είναι καλοντυμένοι, ενημερωμένοι περί της μοδός αλλά χωρίς υπερβολές (πάντα στα δικά μου μάτια) και δεύτερον δεν παρατήρησα δείγματα φτώχειας στο δρόμο.

Δεν υπήρχε ούτε ένας άστεγος στο κέντρο και δεν ζητιάνευε κανείς.  Γενικότερα όταν πάω σε κάποια πόλη στην Ευρώπη, θα υπάρξουν πάντα περαστικοί που ζητούν χρήματα.  Θυμάμαι στη Λιέγη του Βελγίου όπου έμεινα για δυο νύχτες και στο κέντρο, μέσα σε δυο-τρεις ώρες, με είχαν πλησιάσει τουλάχιστο δέκα φορές για λεφτά νεαροί χρήστες.  Στο Βελιγράδι δεν υπήρξε κανείς.  Δεν ξέρω αν υπάρχει έντονη αστυνόμευση και τους κυνηγούν (δεν είδα πολλή αστυνομία) ή θεωρείται κοινωνικά απαράδεκτο ή εν τέλει έχει μείνει κάτι από το σοσιαλισμό και φροντίζει το κράτος για τους υπερβολικά φτωχούς.

Τέλος πάντων, φτάσαμε σε έναν από τους πεζόδρομους που οδηγούν στο πάρκο Kalemegdan και αρχίσαμε το ψάξιμο για φαί.  Ψυλλιάζεστε τι θα συμβεί, ε;  Πουθενά ανοιχτά εστιατόρια τέτοια ώρα (νομίζω 10 το βράδυ).  Περπατήσαμε αρκετή ώρα με τα στομάχια να γρυλλίζουν και τη Cecilia με στομαχόπονο, και κάποια στιγμή ρωτήσαμε κιόλας κάτι κοπέλες.  Μας κοίταξαν περίεργα, κατάλαβαν ότι δεν είμαστε ντόπιοι και συνέπασχαν με το πρόβλημά μας αλλά φαί πουθενά.

Με τα πολλά, είδαμε ένα ημιυπόγειο με μια ταμπέλα έξω να λέει το μενού και με αέρα κομψού εστιατορίου.  Κοιταχτήκαμε και αρχίσαμε να κατευθυνόμαστε προς τα κει.  Κοντοσταθήκαμε απ’έξω και δεν ήμασταν απόλυτα αβέβαιοι αν θέλαμε κάτι τέτοιο, μέχρι που βγήκε ο σερβιτόρος.  Ψηλός και αδύνατος, με μουσάκι και μουστάκι, κοντό μαλλί και με άψογα αγγλικά με βρετανική προφορά (και κάτι από βρετανικό χιούμορ) μας προσκάλεσε μέσα και μετά από μερικές στιγμές δισταγμού μας κατέβαλε ένα συναίσθημα «άντε, και δεν πάμε...».

Η διακόσμηση ήταν αρκετά υπερρεαλιστική, με διάφορους πίνακες χωρίς συνοχή, μια σημαία της Ρωσίας δίπλα στη Σερβική και το σερβιτόρο με πολλή attitude.  Καταλάβαμε ότι ήμασταν σε ιδιαίτερο μέρος και σιγά σιγά χαλαρώσαμε και αρχίσαμε να το απολαμβάνουμε.  Δυστυχώς η Cecilia, λόγω πόνου, χρειαζόταν να ξαπλώσει στον καναπέ και ευτυχώς από το σερβιτόρο ούτε ίχνος «τι θα πει ο κόσμος...».  Μάλιστα ρώτησε πως μπορεί να βοηθήσει και η αγαπημένη μου ζήτησε βραστό ψάρι, βραστές πατάτες και βούτυρο.  Όχι κλασικό πιάτο για κομψό εστιατόριο, ε;  Ο σερβιτόρος ούτε καν κοντοστάθηκε, είπε «επιστρέφω αμέσως» και μετά από ένα λεπτό ήρθε και ανήγγειλε ότι βεβαίως θα φέρει τα βραστά και το κόστος είναι 7 ευρώ.  Μια χαρά λέμε εμείς και αρχίσαμε το ψάξιμο στο μενού.

Δεν ξέρω αν είναι έτσι τα εστιατόρια ή η παραδοσιακή κουζίνα αλλά όπου φάγαμε στο Βελιγράδι το κρέας κυριαρχούσε.  Κοτόπουλο σε διάφορους σχηματισμούς με ένα λουκάνικο να το διαπερνά για τον Αντώνη, νομίζω Pljeskavica για το Μανώλη (ένα είδος hamburger) και Muckalica για μένα (ένα μείγμα κρεάτων και λαχανικών στο φούρνο).

Με το φαί βέβαια φαίνεται πόσο κοντινές είναι οι κουλτούρες των Βαλκανίων καθώς η βάση είναι ίδια και υπάρχουν μικρές διαφορές, κάπως πικάντικο στην περίπτωση της Σερβίας.  Μέχρι και κάτι κοντά στο τζατζίκι φάγαμε με το όνομα Tarator.  Ο σερβιτόρος το διασκέδαζε εξίσου νομίζω και είχε ένα χαρακτηριστικό το οποίο παρατηρήσαμε και σε έναν ακόμα Σέρβο (σερβιτόρο).  Μας αρκεί στατιστικά για να γενικεύσουμε;  Είχε συχνά σοβαρό ύφος, σχεδόν αυστηρό, ενώ έλεγε κάτι αστείο και μετά έσκαγε πολύ διακριτικό χαμόγελο.  ‘Ισως είναι κάτι των Σέρβων ή των σερβιτόρων ή του Βελιγραδίου.  Πάντως είναι κάτι σκωπτικό θα έλεγα.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της βραδιάς ήταν η διαφωνία μου με το Μανώλη για το Χατζιδάκι.  Ξέρω, άσχετο αλλά είπαμε, υπάρχει ποικιλία στις συζητήσεις.  Είπα εγώ ότι ο Χατζιδάκις είναι γλυκανάλατος (cheesy), φουρκίστηκε ο φίλος.  «Είσαι αδαής» μου είπε γιατί ξέρεις μόνο τις ταινίες με τη Βουγιουκλάκη που τις απέρριψε αργότερα ο συνθέτης.  Καλά του λέω, δεν τον έχω ακούσει εκτενώς, όταν πάμε Άμστερνταμ βάλε μου να ακούσω.  Εντάξει μου λέει, sorry για το «αδαής» αλλά θα στο αποδείξω.  Μια που υπήρξε ετυμηγορία, θα σας την πω: δεν μου το απέδειξε (δια στόματος Μανώλη μάλιστα).  Ό,τι ακούσαμε (με τη Cecilia) από τα μεταγενέστερα του Χατζιδάκι δε μας έπεισε ότι δεν είναι cheesy – παρά τη σπουδαιότητα του για την Ελληνική μουσική παράδοση - .  Το αστείο είναι ότι είχαμε άλλο διπλωματικό επεισόδιο με τη σύντροφο του Μανώλη όταν η Cecilia είπε «ναι, νομίζω είναι γλυκανάλατος» αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Πίσω στο Βελιγράδι λοιπόν, με γεμάτα στομάχια και λίγο ζαλάδα από το αλκοόλ και με την τρομερή πολυτέλεια να κάνουμε (εγώ δηλαδή) ένα τσιγαράκι μετά το φαί χωρίς να βγούμε στο κρύο.  Πληρώσαμε (γύρω στα 10-13 ευρώ το άτομο), αποχαιρετίσαμε το σερβιτόρο που έδωσε χαρακτήρα στη βραδιά μας και περπατήσαμε για να βρούμε ταξί (νομίζω για λίγα ευρώ, όχι ακριβά).  Σε λίγα λεπτά ήμασταν στο ξενοδοχείο και πήραμε τον ύπνο μας (ή μάλλον μας πήρε) γρήγορα και ευχάριστα.

 

Αυτή τη φορά το ξύπνημα ήταν πιο ανθρώπινο (γύρω στις 10 νομίζω) και βρεθήκαμε όλοι μαζί για το πρωινό.  Γεμίσαμε με ενέργεια και πίσω στο δρόμο για περίπατο μέχρι τους ωραίους πεζόδρομους.  Ακολουθήσαμε τον κόσμο (πολύ περισσότερος από την προηγούμενη νύχτα αν και σχετικά λίγος λόγω γιορτών από ότι μάθαμε), βρήκαμε ένα τουριστικό γραφείο με λίγη δυσκολία (είναι στον πεζόδρομο, ρωτώντας θα το βρείτε) και συνεχίσαμε για το πάρκο-κάστρο, εκεί που συναντιούνται ο Σάβα και ο Δούναβης.

Δε θα περιγράψω τι είδαμε, οι φωτογραφίες είναι ενδεικτικές.  Νομίζω ότι οποιοσδήποτε πάει στο Βελιγράδι πρέπει να σταθεί πάνω κει για τη θέα.  Άλλα highlights της ημέρας ήταν η επίσκεψη στο Zemun, την παλιά πόλη, και σε μια υπαίθρια αγορά (ίσως στο Kalenic, θα σας γελάσω).  Οι μετακινήσεις μας έγιναν με λεωφορείο για το οποίο αγοράσαμε εισιτήρια σε ένα κιόσκι (σαν το σύστημα της Αθήνας νομίζω).  Ρωτώντας και ξανα-ρωτώντας, φτάσαμε εκεί που θέλαμε.  Μην ανησυχείτε, είπαμε οι Σέρβοι νοιάζονται.

Η αγορά είχε ό,τι φαντάζεστε σε λαχανικά και άλλα τρόφιμα, μπαχαρικά κτλ.  Η Cecilia ψώνισε από μία κυρία, τη Μάγια, σπιτικό ajvar, μια σερβική κρέμα πιπεριάς, και πικάντικες πιπεριές πίκλες (έχουμε το τηλέφωνο της Μάγιας στο βαζάκι αν ενδιαφέρεστε).  Πήραμε και διάφορα άλλα καλά (ξηρούς καρπούς, φρούτα) και πήγαμε για καφέ.  Όπως καταλαβαίνετε, una faccia una razza με τους Σέρβους και στον καφέ.  Τούρκικος, Ελληνικός, Σέρβικος, Βουλγάρικος, όπως θέλετε πείτε τον, καφές στο μπρίκι είναι (μόνο που στη Σερβία πρώτα βράζει το νερό και μετά βάζεις τον καφέ…).

Εκεί ήταν που ο σερβιτόρος είχε ίδιο χιούμορ με τον άλλο.  Φάτσα ξινού δασκάλου μέχρι που λέει το αστείο του, αναρωτιέσαι «αστείο δεν είπε;» και μετά χαμογελά και χαλαρώνεις.  Θέα το ποτάμι, ήλιος στο πρόσωπο, ο Αντώνης με γυαλιά ηλίου και παντού ηρεμία.

Ο αγαπητός Αντώνιος είχε επικοινωνήσει με μια ντόπια πρώην συνάδελφο μουσικό που είχε γνωρίσει πριν δέκα χρόνια και δεν είχε ξαναδεί.  Μετά τον καφέ μας μάλιστα τη συναντήσαμε τυχαία με τον άντρα της.  Ανανεώσαμε το ραντεβού μας για το βράδυ και συνεχίσαμε για την παλιά πόλη.  Το Zemun είναι πανέμορφο, σα χωριό μέσα στην πόλη, με θέα όλο το Βελιγράδι (επίσης δείτε τις φωτό).  Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα αδιέξοδο, βγήκε και μια γιαγιά έξω παρακολουθώντας, χαμογελάσαμε εμείς, χαμογέλασε και αυτή και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.  Φάγαμε και μια κρέπα στον πεζόδρομο και σιγά σιγά πίσω στο ξενοδοχείο για λίγη ξεκούραση και ένα μπάνιο πριν τη δεύτερη βραδινή έξοδο με περισσότερη ατμόσφαιρα.

Μας περίμενε η Skadarlija, σαν την Πλάκα ένα πράμα, μουσική από Ρομά και μπόλικη slivovitz, κάτι σα ρακή αλλά με γέυσεις (μέλι, αχλάδι, δαμάσκηνο).  Πρώτα βρεθήκαμε με τους φίλους που μας πήγαν συστημένους σε ένα μαγαζί (δε θυμάμαι ποιο αλλά έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν πολλές επιλογές και με χαμηλές τιμές).  Εκεί τρεις μουζικάντηδες με ακορντεόν, κιθάρα και ένα κόντρα-μπάσο έπαιζαν παραδοσιακά αλλά είχαμε σαφείς οδηγίες να μην τους κοιτάμε έντονα γιατί είναι μήνυμα να έρθουν στο τραπέζι μας για παραγγελιά.

Οι συζητήσεις με τους δυο Σέρβους φίλους άρχισαν να ζωντανεύουν και μάθαμε, ειδικά εγώ γεμάτος περιέργεια, ότι σήμερα στη Σερβία ένας μέσος μισθός είναι 380 ευρώ αλλά η ζωή δεν είναι φθηνή (πληρώσαμε 15 ευρώ το άτομο στο τέλος).  Επίσης πολλοί Σέρβοι έχουν κατάθλιψη και είναι δύσκολο να βρεις άτομα με αισιοδοξία και φιλοδοξίες για να κάνεις παρέα.  Επίσης η νοσταλγία για το σοσιαλισμό είναι αρκετά έντονη, με κύρια διαφορά ότι παλιότερα νοιάζονταν περισσότερο ο ένας για τον άλλο ενώ τώρα ο καθένας την πάρτη του.

Τέλος πάντων, από ευχάριστα: το φαί ήταν πολύ καλό (κρέας βέβαια) και πρέπει να πω ότι λάτρεψα τη slivovitz (την οποία την πίνει κανείς από ένα μίνι μπουκαλάκι).  Άλλη μια βραδιά τελείωσε υπέροχα και αφήσαμε τους αγαπητούς μας Σέρβους για να επιστρέψουμε για νάνι γιατί την επόμενη φεύγαμε για Μπρατισλάβα.

.....................βραδινή έξοδος.

.............................σεργιάνι στην πόλη.

....................στη συνοικία Zemun

 


3η μέρα - Μπρατισλάβα

Άλλο ένα πρωινό ξύπνημα και η αίσθηση ότι το Βελιγράδι θα μείνει στην καρδιά μας ήταν διάχυτη σε όλους μας.  Κατεβήκαμε με το μονίμως ετοιμόρροπο ασανσέρ για πρωινό και αυτή τη φορά είπα να φάω σέρβικες (σκληροπυρηνικές για πρωινό) λιχουδιές:  λουκάνικα, τυριά, ζαμπόν, μπέικον και αυγά.  Σχεδιάζαμε να πεταχτούμε σε ένα αρτοποιείο για μπουρέκ που μας πρότειναν οι Σέρβοι φίλοι αλλά δεν προλάβαμε.  Νομίζω ότι λέγεται Moja Pekara στην κεντρική οδό Nemnjina που ξεκινά από την πλατεία Slavija.  Ελπίζω να το ευχαριστηθείτε αν πάτε.

Το τέρας ήταν εκεί που το αφήσαμε, ένα γκαράζ από ταινία τρόμου αλλά με ένα φιλικότατο υπάλληλο.  Πληρώσαμε το κόστος (δε θυμάμαι αλλά χωρίς υπερβολές και γενικά είναι κρίσιμο να υπάρχει parking διαθέσιμο όπως γνωρίζετε) και πάλι στο δρόμο.  Επόμενος προορισμός η Μπρατισλάβα.

Αφήσαμε πίσω μας το συννεφιασμένο Βελιγράδι και μπήκαμε πάλι στην εθνική, αυτή τη φορά προς Ουγγαρία.  Να σημειώσω ότι από οδική συμπεριφορά δε θυμάμαι και πολλά στη Σερβία, άρα μάλλον δεν οδηγούν σαν τους Έλληνες ή τους Ιταλούς.  Επίσης, δεν πρέπει να είχε και πολλή κίνηση αλλά θυμάμαι ένα συμβάν.  Πιθανώς να συνέβη αργότερα στο ταξίδι αλλά δε βλάπτει να το περιγράψω εδώ, ε;  Εκεί που οδηγούσε ο Μανώλης, πλησιάζαμε ένα φορτηγάκι με ολλανδικές πινακίδες σαν και μας, μπήκαμε στην αριστερή λωρίδα, το προσπεράσαμε αλλά μετά από λίγο τσουπ! μας προσπέρασε.  «Τι μαλάκας ο Ολλανδός…» λέει ο Μανώλης και πάνω που πάει να ξαναπροσπεράσει, το φορτηγάκι κάνει αριστερά και μπαίνει μπροστά μας!

Χμμ, σκέφτομαι, δε θα μας βγει σε καλό.  Τσατίζεται ο οδηγός μας, και πάει να χωθεί δεξιά, δεξιά και το φορτηγάκι.  Αρχίζουν να ακούγονται οι πρώτες διαμαρτυρίες από μας, σιγά σιγά καλμάρει ο Μανώλης, «τι κάνω και ‘γω ο μαλάκας…» παραδέχεται και αφήνουμε το μπροστινό μαλάκα να πάει στο δρόμο του.  Μετά από λίγο τον προσπεράσαμε για τα καλά και είδαμε ότι δεν ήταν γηγενής Ολλανδός αλλά μετανάστης σαν και μας.  Σκάσαμε στα γέλια, συνειδητοποιώντας ότι οι επιβάτες και των δύο αμαξιών νόμιζαν ότι έχουν να κάνουν με μαλάκα «γερμανό-ψυχο» Ολλανδό αλλά τελικά ήμασταν όλοι βαλκανο-μεσογειο-ανατολίτες (με εξαίρεση τη Cecilia βέβαια).  Una faccia una razza και στη μαλακία…

Πλησιάζοντας στα σύνορα με την Ουγγαρία βρήκαμε μεγάλη ουρά λόγω ελέγχων (ΕΕ και Σένγκεν στον ορίζοντα, η γη της Επαγγελίας ήταν κοντά).  Στο λεπτό μας περικύκλωσαν νεαροί τσιγγάνοι που ισχυρίζονταν ότι για λίγα λεφτά θα μας πρόσφεραν μια διευκόλυνση με τον έλεγχο αλλά δεν τους εμπιστευθήκαμε.  Σας προτείνω να τους αγνοήσετε τελείως γιατί αν τους ρίξετε ακόμα και ένα βλέμμα δε θα φύγουν.  Είναι σαν την παραγγελιά στο εστιατόριο στο Βελιγράδι…

Με τα πολλά βγήκαμε και λίγο έξω για να ξεμουδιάσουμε και αφήσαμε το Μανώλη να σέρνει το τέρας.  Θυμάμαι έκανε πολύ κρύο αλλά το διασκεδάζαμε (μόνο εμείς) με χαζομάρες.  Είχαμε και μουσική από το τέρας, κάτι θα τσιμπάγαμε μάλλον και η χαρά ήταν διάχυτη.

Ώρα για σημαντικότατη συμβουλή:  για κάποιες χώρες όπως θα ξέρετε χρειάζεται να αγοράσετε ένα κουπόνι/αυτοκόλλητο αντί διοδίων, ακόμα και αν περνάτε από τη χώρα (το λεγόμενο vignette, βάλτε στη Wikipedia για ποιες χώρες το χρειάζεστε γιατί αλλιώς έχει πρόστιμο).  Π.χ. είχαμε ήδη αγοράσει για τη Σλοβενία αν τυχόν περνάγαμε από κει και για την Αυστρία.  Η λεγόμενη «πουστιά» που κάνουν οι ιθύνοντες είναι να μην ενημερώνουν στα σύνορα και έτσι το τρως το πρόστιμο όταν βγαίνεις από τη χώρα (ο Μανώλης το’χε φάει πριν χρόνια στη Σλοβενία, κοντά 300 ευρώ!).  Έτσι πήγαμε να την πάθουμε στην Ουγγαρία.  Ευτυχώς είχαμε βγει έξω και παρατήρησα να μπαινοβγαίνουν από ένα κτηριάκι διάφοροι επιβάτες που επέστρεφαν στα αμάξια τους με κάτι χαρτάκια.  Βούρ! και μείς να τσεκάρουμε και όντως ήταν δυο υπάλληλοι που μας ζήτησαν λεφτά (νομίζω κοντά στα 10-20 ευρώ) για το vignette.  Ανακουφισθήκαμε και μείς που πληρώσαμε μόνο τόσα και πίσω στο αμάξι για τα τελευταία μέτρα πριν (ξανα)μπούμε στην «Ευρώπη».

Ήρθε η σειρά μας, κατέβηκε ο Μανώλης,

- «Έχεις τσιγάρα ή αλκοόλ;» λέει ο υπάλληλος. Μια στιγμή δισταγμού ο φίλος,

- «Όχι» λέει τελικά.

- «Για άνοιξε πίσω», ωχ, σκέφτομαι εγώ…

- «Ε, έχουμε λίγα τσιγάρα», απολογείται ο Μάνος,

- «Πόσα;» καχύποπτος ο τελωνειακός,

- «Δέκα πακέτα»,

- «Ε, δέκα δεν πειράζει».  Είναι και η ρακή όμως…  Για να δούμε που θα βγει.

Ανοίγει πίσω ο αγαπητός, tetris είπαμε η κατάσταση, κοιτάει λίγο δω, λίγο κει.

- «Τα Kalashnikov που τα’χεις;», κολλάει ο φίλος, και, τι καλά, χαμόγελα παντού,

- «Χαχα, εκεί πίσω, δίπλα στις βόμβες»,

- «Άντε, πάτε λοιπόν, καλό ταξίδι».

Ο πονηρός φίλος (πνεύμα ελληνικόν) είχε σκεπάσει τα δέκα λίτρα ρακή με μια φλοκάτη και μας έσωσε.  Μπορεί βέβαια να ήμασταν παράλογοι, μια που δεν ξέρουμε τα όρια για αλκοόλ.  Τέλος πάντων, Ουγγαρία και ΕΕ, ερχόμαστε!

Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τη διαφορά στις εθνικές οδούς αυτή τη φορά αλλά υπήρξε κάτι άλλο:  τα βενζινάδικα.  Πέραν του ότι δε μιλούσαν αγγλικά, οι ελάχιστοι άνθρωποι με τους οποίους είχα επαφή δεν ήταν τόσο φιλικοί, ή μάλλον εκφραστικοί, όσο είναι οι Σέρβοι.  Το δείγμα μου είναι μη-επιστημονικό αλλά ξέρω ότι δε θα με παρεξηγήσετε.  Από τους δυο υπαλλήλους στο μέρος όπου αγοράσαμε το vignette, και δυο-τρεις σε δυο βενζινάδικα, έλαβα αυτή την επιφυλακτικότητα, μια κατά κάποιο τρόπο υπενθύμιση ότι «εδώ δεν είναι Βαλκάνια» πια.

Ας είναι, είμαι σίγουρος ότι και ζεστοί είναι, και φιλόξενοι.  Μια σημαντική λεπτομέρεια: η βενζίνη στην Ουγγαρία είναι φθηνή αλλά αν πληρώνετε με ευρώ προσέξτε!  Από ότι καταλάβαμε χρησιμοποιούν πολύ αυθαίρετη ισοδυναμία του νομίσματός τους (φιορίνι), με βάση παλιά δεδομένα.  Εν ολίγοις: αρχικά μας ζήτησαν 40 ευρώ μετρητά για 20 λίτρα.  Κάτι δεν πάει καλά λέμε εμείς, πληρώνω με κάρτα (PIN, απλού λογαριασμού), 30 ευρώ λέει το μηχάνημα.  Άρα καλύτερα ή κάρτα, ή φιορίνια.  Καλό το ευρώ (που λέει ο λόγος) για διεθνείς διαδρομές αλλά συχνά δε συμφέρει.

Ήμασταν πια στα σύνορα με Αυστρία και Σλοβακία και παντού υπήρχαν ανεμογεννήτριες.  Παράξενο θέαμα ξαφνικά κοντά στα σύνορα.  Κάτι παίζει αλλά δεν το αποσαφηνίσαμε.  Μου μυρίζει προσπάθεια κλοπής διεθνών ανέμων μεταξύ των τριών χωρών ή κάποια άλλη συνομωσία.  Πάντως αυτό που μας είπε ο Μανώλης είναι ότι πολύς κόσμος που μένει στην Μπρατισλάβα, πάει να δουλέψει στη Βιέννη λόγω καλύτερων μισθών.  Ανταλλαγή ανθρώπινου δυναμικού λοιπόν όπου φυσάει ο άνεμος.  Τέτοια προνόμια για αυτούς που μένουν κοντά σε σύνορα είναι πολύ ενδιαφέροντα.  Π.χ. πολλοί Νορβηγοί πάνε για ψώνια στη Σουηδία και πολλοί Σουηδοί για δουλειά στη Νορβηγία.  Παράξενο που η Ελλάδα δε συνδέεται οδικώς με καμιά από τις άλλες χώρες Σένγκεν.  Μπορεί κανείς να ταξιδέψει με αυτοκίνητο από τη βόρεια Φινλανδία μέχρι την Πορτογαλία χωρίς ελέγχους (αν και τρίζουν τα θεμέλια της συνθήκης τελευταία) αλλά για Ελλάδα…

Λίγη ώρα μετά τα σύνορα, μας υποδέχτηκε η βροχή στη Μπρατισλάβα.  Ανυπομονούσαμε να χαλαρώσουμε και ευτυχώς είχαμε το GPS και είχαμε κάνει και κράτηση.  Ξανά μέσω Hostelworld.com κλείσαμε ένα πολύ ωραίο διαμέρισμα για τέσσερις στο Apartment Historical Centre στην οδό Heydukova 17.  Με 15 ευρώ το άτομο, είχαμε δύο κουζίνες, ψυγειάκι, και άπλετο χώρο, σε ένα όμορφο ιστορικό κτήριο.  Αν σκοπεύετε να μείνετε κάμποσο και θέλετε να κάνετε οικονομία μαγειρεύοντας κτλ, πραγματικά αξίζει.  Μέχρι και κουζινικά σκεύη είχε.  Ο κύριος που μας υποδέχτηκε (Martin, πολύ φιλικός) μας ενημέρωσε για το parking, το οποίο δυστυχώς δεν ήταν διαθέσιμο με την κράτηση αλλά έτυχε και την επόμενη να είχε αργία και δε χρέωναν το παρκάρισμα.  Πάντως είχε κοντά ιδιωτικό parking άρα κάτι γίνεται.  Να σημειώσω ότι όπως φαντάζεστε γενικώς εκτός Ελλάδας το παρκάρισμα κοστίζει.  Όταν κανονίζετε τη διαμονή σας, ελέγξτε αν παρέχουν, και αν όχι, αν υπάρχει εκεί κοντά.

Χαλάρωμα για λίγο λοιπόν και έξω να δούμε την πόλη.  Όπως θα δείτε στις φωτό, η πόλη είναι ένα κόσμημα.  Με αέρα κεντρικής Ευρώπης, το ιστορικό μέρος είναι κουκλίστικο και πλακόστρωτο, ότι πρέπει για περίπατο.  Να μη φλυαρώ, καλύτερα δείτε τις φωτό.  Δυστυχώς μετά το Βελιγράδι οι προορισμοί μας ήταν παροδικοί.  Έτσι λοιπόν είχαμε μόνο ένα βράδυ στη Μπρατισλάβα και το επόμενο πρωί πάλι στο δρόμο.

Μετά από τον περίπατο, ψάξαμε για φαγητό, ρωτήσαμε δυο ντόπιους οι οποίοι με ειλικρίνεια μας είπαν ότι δεν τρώνε έξω λόγω κόστους και τελικά καθίσαμε να φάμε σε ένα εστιατόριο που μας είχε γυαλίσει στην αρχή.  Εξοργιστικό αυτό που συμβαίνει, ε;  Παντού στην Ευρώπη υπάρχει σύγκλιση στο κόστος ζωής αλλά όχι στους μισθούς βέβαια.  Και όχι μόνο αυτό αλλά ήταν και ψιλό-μαλάκες (να το πω ευγενικά) στο εστιατόριο γιατί μας συμπεριφέρονταν σαν τουρίστες.  Να μη παρεξηγηθώ, τουρίστες ήμασταν, απλά υπάρχει ένα συγκεκριμένο ύφος που γνωρίζετε φαντάζομαι.  Λίγος βεβιασμένος χαβαλές, μια «δήθεν» συμπεριφορά, προσπάθεια εντυπωσιασμού και τελικά το φαγητό μέτριο...  Δυστυχώς δε θυμάμαι ποιο ήταν το μέρος.

Η μόνη συμβουλή για να αποφύγετε τέτοια μέρη είναι μόλις μπείτε να «αφουγκραστείτε» την ατμόσφαιρα.  Αν υπάρχει πολύ άγχος και υπερβολική προθυμία και κινητικότητα από τους σερβιτόρους, δοκιμάστε κάτι άλλο.  Τέλος πάντων, δε μας χάλασε το βράδυ πάντως και μετά από άλλον έναν περίπατο στην πόλη πήγαμε προς το διαμέρισμα.  Ο κοινωνικότατος Αντώνης είχε φίλους και στην Μπρατισλάβα στους οποίους και τηλεφώνησε για να βρεθούμε.  Το έτερον ήμισυ όμως ήθελε να ξεκουραστεί και είπα να μην την αφήσω μόνη, ελευθερώνοντας τα ξαδέρφια να κάνουν τις τρέλες τους.  Ο Μανώλης τελικά επέστρεψε σχετικά νωρίς για να κοιμηθεί, αφήνοντας τον Αντώνη μας με τους φίλους του.  Έχετε δει την ταινία Hostel;  Επειδή εγώ την είδα, τον προειδοποίησα να μείνει μακριά από πειρασμούς.  Τελικά γύρισε (αργά) σώος και αβλαβής, έχοντας μόνο ωραίες εμπειρίες να μοιραστεί.  Η ομάδα ήταν ακέραια και πάλι και κοιμηθήκαμε ήσυχοι.  Πολλή ωραία η Μπρατισλάβα, για να δούμε πως θα συγκριθεί με τη Νυρεμβέργη στο επόμενο επεισόδιο.

 


4η μέρα Νυρεμβέργη.

Μετά από έναν ευχάριστο ύπνο, σηκωθήκαμε φρέσκοι για την επόμενη διαδρομή.  Όλοι αισθανόμασταν ότι το ταξίδι πλησίαζε στο τέλος του αλλά, παρά την αναμενόμενη απογοήτευση, είχαμε και μια αίσθηση ανακούφισης που σιγά σιγά επιστρέφαμε σπίτι.  Φαντάζομαι θα το έχετε αισθανθεί και εσείς όταν ένα ταξίδι κοντεύει να τελειώσει και θα μπορείτε να χαλαρώσετε σε οικείους χώρους και μέρη.  Το άγνωστο είναι ελκυστικό και συναρπαστικό αλλά θα μπορούσαμε να το αντέξουμε μόνιμα;  Πιθανότατα κάποια στιγμή να αναζητούσαμε ένα σπίτι, μια «οικία» με γνώριμα χαρακτηριστικά για να εγκατασταθούμε, ακόμα και αν αυτή ήταν κάτι ασυνήθιστο.

Στη δική μας περίπτωση, των τετράμορφων και του τέρατος, παραδόξως το τέρας ήταν το γνώριμό μας μέρος.  Εκεί επιστρέφαμε κάθε φορά, απλωνόμασταν (όσο επέτρεπε), βγάζαμε τα παπούτσια μας, τρώγαμε και πίναμε, και συζητούσαμε.  Και το τέρας μας πήγαινε από μέρος σε μέρος, όντας πάντα σε κάποιο δρόμο ή πάρκινγκ περιμένοντας.

Πριν επιστρέψουμε σπίτι μας λοιπόν, τελευταία στάση η Νυρεμβέργη.  Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω αλλά ομολογώ ότι δε θυμάμαι πολλά από τη διαδρομή στη Σλοβακία.  Ίσως ήμασταν κουρασμένοι, ίσως το σκηνικό δεν άλλαξε πολύ αλλά πραγματικά στύβω το μυαλό μου και δε μου έρχεται κάτι ενδιαφέρον.  Οι φωτογραφίες μπορούν ενδεχομένως να σας κατατοπίσουν λιγάκι.  Πάντως είχαμε κλείσει ήδη από Μπρατισλάβα hostel (μέσω hostelworld.com μια ακόμη φορά).  Συγκεκριμένα στο A&O Nuernberg Hauptbahnhof στη Bahnhofstrasse 13-15, ένα τετράκλινο για 13 ευρώ το άτομο.  Να σημειώσω ότι πληρώσαμε ξεχωριστά για σεντόνια (ενοίκιο), κοντά 3 ευρώ νομίζω.  Νεανικό μέρος, καθαρό και με μεγάλους χώρους.  Με λίγα λόγια αξιοπρεπέστατο αλλά όχι για μεγάλες προσδοκίες.

Δυστυχώς δεν είχαμε κλείσει και πάρκινγκ αλλά είχε απέναντι ένα ξενοδοχείο με άφθονο χώρο.  Παρκάραμε το τέρας και κατευθυνθήκαμε προς το δωμάτιο.  Θυμάμαι ότι όλη τη μέρα είχε ένα ψιλόβροχο που μας συνόδευε.  Λέτε για αυτό να μη θυμάμαι τη διαδρομή, επειδή μας έβγαζε μια μελαγχολία ο καιρός;  Τέλος πάντων, είχε απογευματιάσει και είπαμε να μην καθυστερήσουμε να βγούμε.

Περίπατος λοιπόν προς το κέντρο της πόλης.  Μικρή η Νυρεμβέργη και σε πέντε λεπτά ήμασταν σε κεντρικό πεζόδρομο.  Η Cecilia είχε κάνει ήδη ένα σχόλιο για την πόλη γιατί είχε ξαναπάει και της είχε φανεί αρκετά «τεχνητή» και ψεύτικη στο κέντρο λόγω του πλήθους των καταστημάτων.  Ομολογώ είχε ένα δίκιο.  Ο πεζόδρομος ήταν με εμπορικά καταστήματα αριστερά και δεξιά και μου θύμιζε μια πόλη κοντά στο Άμστερνταμ που χτίστηκε πριν από 30 χρόνια, το Αλμέρε.  Βέβαια η Νυρεμβέργη έχει εκατοντάδες χρόνια ιστορίας και αυτό φαίνεται αν περπατήσετε λιγάκι ακόμα.  Απλά στα τουριστικά σημεία είναι σαν όλες τις άλλες πόλεις.

Καθώς περπατούσαμε πάντως ακούγαμε έναν πλανόδιο μουσικό που έπαιζε jazz με μια κιθάρα και με εντυπωσιακή φωνή, και αισθανόμασταν ότι μπορεί να υπάρξει αντίσταση στον καταναλωτισμό.  Με τα πολλά περπατήσαμε προς την κατεύθυνση του κάστρου που είναι και το highlight της πόλης.  Πολύ ωραίοι πλακόστρωτοι δρόμοι μέχρι εκεί και ξαφνικά βρεθήκαμε στην οροφή της Νυρεμβέργης.  Το φρούριο δεν είναι και πολύ εντυπωσιακό (σαν του Βελιγραδίου για παράδειγμα) αλλά η θέα αποζημιώνει.  Ωραία εκεί πάνω αλλά ας φάμε και κάτι όμως, σκεφτήκαμε.  Πηγαίνοντας προς τα κάτω ρωτήσαμε δυο τρεις κατοίκους για εστιατόρια και διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν δύσκολο να βρούμε κάτι αξιοπρεπές.

Μπήκαμε σε ένα μεγάλο μαγαζί με πολύ κόσμο, παίρνοντας ένα μικρό ρίσκο να παραείναι τουριστικό.  Ευτυχώς δεν είχαμε καμία αντιμετώπιση σαν του προηγούμενου εστιατορίου.  Πιθανότατα λέγεται Zum Spie?gesellen στη Rathausplatz 4 αλλά δεν είμαι σίγουρος.  Μια γλυκύτατη και ευγενέστατη κοπέλα μας εξυπηρέτησε αποτελεσματικότατα, φέρνοντας, τι άλλο, λουκάνικα, schnitzel, μπύρα και λίγο λάχανο ?.  Πραγματικά μας ικανοποίησε το φαί και χωρίς υπερβολικό κόστος (βέβαια φαινόταν ότι είχαμε μπει στη δυτική Ευρώπη τιμολογιακά...).

Εκείνη η βραδιά ήταν από τις πιο όμορφες γιατί πιάσαμε πιο προσωπικές συζητήσεις και η ομάδα «έδεσε» διαφορετικά.  Παράξενο που δεν είχαμε κάνει κάτι τέτοιο (τόσο πολύ τουλάχιστο) μέχρι τότε.  Επίσημα μας πήρε συνολικά οκτώ μέρες ταξιδιού μέχρι να γίνει εκτενής διάλογος για προσωπικά ζητήματα.  Λέτε να είναι η ατμόσφαιρα της Νυρεμβέργης, τα λουκάνικα, η μπύρα ή απλά σύμπτωση;  Όπως και να έχει, αφότου φάγαμε αποφασίσαμε να πάμε και για ένα ποτό.

Περπατώντας προς τον πεζόδρομο (και αφότου ο Μανώλης και η Cecilia έφαγαν παγωτό, αν έχουν το θεό τους χειμωνιάτικα!) ακούσαμε πάλι το τραγούδι του τζαζίστα.  Πλησιάζοντας είδαμε έναν υπέρβαρο κύριο με μούσι να κάθεται σε ένα παγκάκι και να παίζει κιθάρα, τραγουδώντας με μια “ογκώδη”, βαριά και τραχιά φωνή.  Του αφήσαμε μερικά ευρώ και μας έπιασε την κουβέντα αλλά δυστυχώς κατέληξε στο στόχο του που ήταν να μας πουλήσει το cd του.  Δε μασήσαμε και ελαφρώς απογοητευμένοι για την υστεροβουλία, καληνυχτίσαμε και προχωρήσαμε.

Εν τέλει βρήκαμε ένα ωραίο bar στην οδό Konigstormauer, μέσα σε ένα ιστορικό κτήριο.  Δε θυμάμαι ακριβώς αλλά η οδός είναι πολύ μικρή και δε θα δυσκολευτείτε να το βρείτε.  Είχε και συναυλία στο ίδιο κτήριο αλλά δεν ήμασταν σε διάθεση για punk μουσική εκείνη τη βραδιά.  Στο bar λοιπόν και μπύρα.  Συζητήσεις και κει, και έχω την αίσθηση ότι γενικώς ήμασταν πιο χαλαροί από άλλες βραδιές.  Ίσως επειδή πλησιάζαμε Ολλανδία, ίσως επειδή είχαμε πιο ζεστή συνομιλία, ίσως ήταν η μπύρα.  Μετά από λίγο άρχισα να βήχω στο τέλος κάθε πρότασης, έβηχαν και οι άλλοι καμιά φορά και περιέργως διαπιστώσαμε το ίδιο για όλους τους πελάτες.

Ρωτήσαμε το σερβιτόρο και μας είπε ότι κάποιος χρησιμοποίησε pepper spray (σπρέι πιπεριού;) μέσα στο κτήριο.  Φοβερή απόδοση!  Παρότι ξέραμε το λόγο, ήταν ανησυχητικό, κάτι σαν την αρχή μιας επιδημίας που ξεκινά με βήχα και εξαπλώνεται (όπως στις ταινίες).  Είμαι και γω πολύ ομιλητικός και ήμουν από τους πληγέντες.  Μετά από λίγο μας ενοχλούσε τόσο που φύγαμε.  Δε μας χάλασε η διάθεση παρόλα αυτά, και σιγά σιγά επιστρέψαμε στο hostel για ύπνο.  Νάνι λοιπόν και το ταξίδι ολοκληρώνεται την επόμενη.

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση:  στα αγγλικά έχω στο νου μου τουλάχιστον τέσσερις λέξεις με μικρές σημειολογικές διαφορές για την έννοια «ταξίδι», συγκεκριμένα:  journey, trip, voyage και travel, οι οποίες έχω την αίσθηση ότι δε μεταφράζονται στα ελληνικά.  Έχω δίκιο;  Αν τις γνωρίζετε (τις αγγλικές), ποια σας ταιριάζει περισσότερο;

Σημείωση: Αγαπητοί φίλοι κα φίλες θα διαπιστώσετε ότι οι φωτογραφίες δε συνάδουν ακριβώς με το κείμενο.  Λόγω υψηλής στάθμης των ποτάμιων υδάτων της περιοχής που εκινείτο το τέρας και των ισχυρών ανέμων που έπνεαν εις την τρισκατάρατη Γερμανία πολλές εξ αυτών (φωτογραφιών), επνίγησαν αύτανδρες.  Όμως ο εν Ελλάδι ανταποκριτής των τετράμορφων (Tzan) φρόντισε να επενδύσει το συγγραφικό αριστούργημα της 4ης εν επιστροφή μέρας με φωτογραφίας ύψιστου αισθητικού κάλλους:  Χάμπουργκερ, τούρτα, τσέλο του Σεφ, edelweiss, βυζοσυντριβάνι, ζώνη αγνότητος (αμφοτερόπλευρος) και τον Πύργο της Nurnberg.

 


Τελευταία μέρα

Χρόνια πολλά για τις γιορτές και καλά κουράγια.  Με έφαγαν οι εορτασμοί και η δουλειά και παραμέλησα το ημερολόγιο.  Φτάσαμε στην τελευταία μέρα ε;  Ελπίζω να ευχαριστηθήκατε το ταξίδι μας και να σας χρησιμεύσουν στο μέλλον οι λίγες συμβουλές μου.  Όσο για το πως θα χαρακτήριζα το ταξίδι μας, προσωπικά θα το ονόμαζα journey.  Μου βγάζει κάτι πιο περιπετειώδες αυτός ο όρος, και κάτι που σηματοδοτεί το ίδιο το ταξίδι αντί για τον προορισμό.

Τελευταία μέρα λοιπόν και μετά από μια ξεκούραστη νύχτα (με μία εφηβική χροιά λόγω του ότι μοιραζόμασταν όλοι μαζί το δωμάτιο, με τα ξαδέρφια να κοιμούνται σε κουκέτα), ξυπνήσαμε με τη βροχή να χτυπάει τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου μας.  Άλλη μια συννεφιασμένη μέρα, λιγάκι μελαγχολική μια που το journey τελείωνε.  Ετοιμαστήκαμε, μαζέψαμε τα πράματά μας και πήγαμε προς στο τέρας.  Επόμενη στάση το Koblenz.  Οι αγαπημένοι γονείς με είχαν ενημερώσει για μια ωραία διαδρομή μέσω Mainz, γύρω στα 100 χιλιόμετρα, παρόχθια του Ρήνου.  Γερμανικές λεωφόροι για μια ακόμη φορά λοιπόν και η οδική διαδρομή είχε γίνει κάπως «πεζή» θα έλεγα:  βροχερό σκηνικό, με πεδιάδες αριστερά και δεξιά, και εμείς να ακολουθούμε μια μεγάλη ευθεία.  Δε θυμάμαι και πολλά από αυτά που λέγαμε στο αμάξι αλλά θυμάμαι πολύ καλά όταν φτάσαμε στο Ρήνο και αρχίσαμε να βλέπουμε τι είχαν στο νου τους οι γονείς.

Ίσως να την ξέρετε κι εσείς αλλά ανεπιφύλακτα συνιστώ να την κάνετε τη διαδρομή.  Στη μέση ο ποταμός και αριστερά και δεξιά καταπράσινοι λόφοι.  Κάθε τόσο περνάγαμε μια γραφική, Γερμανική πόλη, και μεταξύ τους βλέπαμε κάστρα και φρούρια.  Είχε δέσει το παραμυθάκι κανονικά!  Αρχίσαμε και τις σαχλαμάρες, να λέω εγώ έχω αυτό το κάστρο και ο Μανώλης το άλλο απέναντι και παίζαμε πόλεμο («εγώ είμαι πιο ψηλά», «ναι, αλλά εγώ έχω ποταμόπλοια» και άλλα ωραία).

Άντε, να κάνω και μια σχετική παρατήρηση: τα αγοράκια έχουν την τάση να «παίζουν» πολεμώντας, ε;  Έτσι προβάλλεται ο ανδρισμός βέβαια από νωρίς στα αγοράκια, ενώ τα κορίτσια μαθαίνουν συχνά να παίζουν με κουζινικά και ροζ κουκλίτσες.  Σκεφτείτε πόσο έντονη είναι η επίδραση που ακόμα και 30 και 40 χρονών να είναι κανείς, αυτές οι επιρροές μένουν.  Μήπως θα ήταν καλύτερα να μη δίνουμε μόνο ροζ φορέματα και σκεύη μαγειρέματος στα κορίτσια, και μόνο όπλα και στρατιώτες στα αγόρια;  Νομίζω είναι δυνατό να σπάσουμε τα δεσμά τέτοιων στερεότυπων χωρίς μεγάλη δυσκολία αλλά με σχετική εγρήγορση και επίγνωση του τι σημαίνουν αυτές οι λεπτομέρειες για το πως γαλουχείται κάποιος.

Πίσω στο Ρήνο όμως και όπως είπα η διαδρομή είναι όνειρο.  Οι φωτογραφίες βοηθούν αρκετά νομίζω.  Με τα πολλά φτάσαμε στο Koblenz.  Η πόλη ταιριάζει αρκετά στο παραμυθένιο σκηνικό.  Κλασικά βορειοευρωπαϊκή, έχει το παλιό της μέρος που θυμίζει συχνά μεσαίωνα.  Να πω την αλήθεια, κάποια σημεία της πόλης δεν είναι και πολύ ωραία (δεν είναι και Φλωρεντία) αλλά για ένα διάλειμμα ήταν ότι έπρεπε.

Αφήσαμε το τέρας σε ένα πάρκινγκ και πήγαμε για έναν περίπατο.  Καταλήξαμε σε ένα καφέ σε κάποια κεντρική πλατεία, τσιμπήσαμε και κάτι, και χαλαρώσαμε πριν το τελικό μέρος του ταξιδιού.  Πριν φύγουμε από την πόλη περπατήσαμε και προς τη γέφυρα πάνω από το Ρήνο ο οποίος είχε πλημμυρίσει και έφτανε μέχρι τα παγκάκια που έχουν στις όχθες (φωτό).  Πρωτόγνωρο σκηνικό, ειδικά σε μια Γερμανική πόλη που, με βάση τα στερεότυπα, είναι οργανωμένη και δομημένη με ακρίβεια.  Μάλιστα όταν γυρίσαμε στο Άμστερνταμ, έμαθα ότι έγιναν πλημμύρες και στην Ολλανδία και εκκένωσαν κάποιες μικρές πόλεις στα βόρεια της χώρας.  Υπάρχει την παρούσα περίοδο debate στην Ολλανδία για τα φράγματα και τα αναχώματα που προστατεύουν τις κατοικημένες περιοχές από το νερό (δείτε εδώ κάποιες βασικές πληροφορίες), διότι κάποιες εταιρίες έχουν χτίσει πολύ κοντά σε αυτά αποδυναμώνοντάς τα.  Καπιταλισμός και δω προφανώς (οι Ολλανδοί ουσιαστικά τον εφηύραν άλλωστε) αλλά το κόστος μπορεί να είναι καταστροφικό (ευτυχώς προς το παρόν μένω στο 2ο όροφο.

Παρότι μας έμεναν πάνω από 300 χιλιόμετρα θυμάμαι ελάχιστα από την υπόλοιπη διαδρομή.  Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά είναι ότι η Ολλανδία ήταν κάτασπρη από το χιόνι και ήταν σα να επιστρέφαμε σε άλλον κόσμο.  Από όλα τα ωραία που ευχαριστηθήκαμε εκεί στο νότο (ήλιο και βαλκανική κουλτούρα) ήρθαμε στο βορρά του χιονιού και του gezellig.  Κράτησε καιρό το κρύο εδώ και τα κανάλια πάγωσαν τόσο που τα περπατούσαμε.  Οι χιονισμένες φωτό είναι του αγαπητού Αντώνη και νομίζω είναι απόλυτα ενδεικτικές του πως ήταν η πόλη μας εκείνες τις μέρες.

 

Ελπίζω να περάσατε καλά διαβάζοντας το ταξίδι μας.  Σας εύχομαι να κάνετε κάτι αντίστοιχο και να μην αφήνετε το χρόνο να περνά χωρίς να αναζητάτε κάτι καινούριο και διαφορετικό.  Φαντάζομαι ότι για να είστε εδώ, δε χρειάζεστε τέτοιες συμβουλές απαραίτητα αλλά δε βλάπτει κιόλας, ε;  Εγώ πάντως ευχαριστήθηκα το γράψιμο και ξέρω τώρα ότι οι αναμνήσεις θα μου μείνουν για πάντα («επανάληψη μήτηρ μαθήσεως», έτσι δε είναι;).  Σας ευχαριστώ για τα σχόλιά σας και πολλά φιλιά από το Άμστερνταμ.

{jcomments on}

Προβληματισμοί ...

Οι πιτσαρίες πως ελέγχουν ότι κάποιος που παρήγγειλε οικογενειακή πίτσα δεν είναι εργένης;

κάποιος είπε
Don't have an account yet? Register Now!

Sign in to your account